Η επέτειος του Ευρώ: Η πορεία προς το ευρώ (Α΄ Μέρος)

Γκόνη Γ. Παναγιώτα, Δικηγόρος, Υποψήφια Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πελοποννήσου



Σήμερα, η οικονομική παρουσία της Ελλάδας αλλά και δεκαοκτώ ακόμη κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης βασίζεται στο ευρώ, ένα νόμισμα το οποίο έχει εδραιωθεί πλέον στο διεθνές οικονομικό σύστημα ως ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής του δολαρίου. Το ευρώ, εν έτει 2022, γιορτάζει τα είκοσι του χρόνια και μας καλεί να διερευνήσουμε τους παράγοντες της μέχρι τώρα επιτυχούς πορείας του.


Ο Robert Mundell υπήρξε πρωτοπόρος της θεωρίας περί των Άριστων Νομισματικών Περιοχών, στην βάση της οποίας έχει οικοδομηθεί το ευρώ, σύμφωνα με πολλούς οικονομολόγους και μελετητές. Η οικονομική ιστορία σίγουρα παρείχε πολλά παραδείγματα μελέτης: η περίοδος της Βιομηχανικής Επανάστασης, εγκαινίασε μια περίοδο εσωστρέφειας στην Ευρώπη, έθεσε την Γηραιά Ήπειρος σε νέα τροχιά, η οποία άρχισε να κλείνεται στον εαυτό της και να ασχολείται με «την δική» της Βιομηχανική Επανάσταση. Η ενοποίηση αυτή γίνεται πραγματικότητα μέσα από διαδικασίες, κυρίως, νομισματικές. Ας μην ξεχνάμε την ιστορική εμπορική σύμβαση Cobden-Chevalier: επρόκειτο για μία διμερή εμπορική σύμβαση μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας, η οποία είχε στόχο να καταρρίψει τα εμπορικά τέλματα μεταξύ των κρατών.


Η πρώτη σημαντική προσπάθεια τελωνειακής ένωσης στα γεωγραφικά όρια της Ευρώπης έγινε από μία προηγούμενη μορφή της σημερινής Γερμανίας. Το εύφορο έδαφος για την δημιουργία μιας νομισματικής ένωσης στην προκειμένη περίπτωση δημιουργήθηκε με αφορμή τα τριάντα εννέα ανεξάρτητα κρατίδια, από τα οποία το καθένα διατηρούσε το δικό του νόμισμα. Η τελωνειακή λοιπόν αυτή ένωση (Zollverein) αποτέλεσε το στοιχείο αυτό το οποίο θα προλειάνει το έδαφος για την πολιτική ενοποίηση της Γερμανίας. Στην πορεία, δημιουργήθηκε μία κεντρική τράπεζα, Reichsbank. Η κίνηση αυτή υποδεικνύει σε μεγάλο βαθμό, πως η οικονομική-νομισματική ένωση και πολιτική ενοποίηση είναι δύο κατευθύνσεις κοινές και παράλληλες.


Παρόμοια προσπάθεια, υπήρξε η Ιταλική Νομισματική Ένωση, η οποία ακολουθώντας τον κανόνα του διμεταλλισμού, προσπάθησε το 1861 να ενοποιήσει τα ιταλικά κρατίδια και να αντικαταστήσει τα 90 περίπου διαφορετικά νομίσματα που κυκλοφορούσαν, με ένα ενιαίο. Αρχικά λειτουργούσαν έξι διαφορετικές κεντρικές τράπεζες, οι οποίες είχαν εκδοτικό προνόμιο. Μετά την επιδείνωση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, και την περίοδο αναστολής της μετατρεψιμότητας των τραπεζογραμματίων, ιδρύθηκε μία εθνική κεντρική τράπεζα, η οποία λειτουργεί έως και σήμερα.


Μία περίπτωση νομισματικής ένωσης διαφορετικής από τις ανωτέρω, αποτελεί η Λατινική Νομισματική Ένωση (στο εξής ΛΝΕ), η οποία αρχικώς ιδρύθηκε το 1865 από την Γαλλία, την Ελβετία, το Βέλγιο, την Ιταλία και αργότερα και την Ελλάδα. Στην μελέτη αυτής της ένωσης, συναντάμε κράτη -και όχι κρατίδια-γεγονός που την καθιστά διαφορετική από τις λοιπές ενώσεις που αναφέρθηκαν μέχρι τώρα-, τα οποία προσπάθησαν να δημιουργήσουν μία ενιαία νομισματική ζώνη, συνδέοντας, το κάθε κράτος το νόμισμα του με μια σταθερή νομισματική ισοτιμία, χάρη στον κανόνα το διμεταλλισμού. Η ΛΝΕ είναι γεγονός πως δεν απολάμβανε της πολιτικής ένωσης που περιγράφηκε ανωτέρω στο παράδειγμα της Γερμανίας. Επρόκειτο για ένα σύνολο κρατών, εντελώς ανεξάρτητων μεταξύ τους, τα οποία θέλησαν να γευτούν τα προνόμια της κοινής νομισματικής ένωσης, αλλά και να εδραιωθούν έναντι της τότε αντίπαλης οικονομικής δύναμης, της Μεγάλης Βρετανίας. Για πολλούς μελετητές, ο λόγος της αποτυχίας αυτής της νομισματικής ένωσης ήταν το μοντέλο του διμεταλλισμού, το οποίο προκάλεσε εξαιρετικά προβλήματα σταθερότητας, λόγω των μεγάλων ανακαλύψεων μεταλλείων χρυσού και αργύρου κατά το 1850 και 1860 -που είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της τιμής τους- λόγω μη ύπαρξης φραγμών στην κυκλοφορία των τραπεζογραμματίων, λόγω των πολεμικών δαπανών ενόψει του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Για άλλους μελετητές δε, η αποτυχία της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης οφείλεται στην ασθενή νομισματική ρύθμιση, δηλαδή στο γεγονός πως κάθε χώρα εξακολουθούσε να διατηρεί τα δικά της κεντρικά νομισματικά όργανα, το δικό της νόμισμα και να χαράσσει την δική της νομισματική πολιτική, ελέγχοντας την προσφορά χρήματος μονομερώς. Πράγματι, κάθε μια από τις χώρες που συμμετείχαν στην ένωση αυτή, υπαγόταν στην δική της εθνική κεντρική τράπεζα και πλέον τούτου, δεν είχε προβλεφθεί η σύσταση μίας ενιαίας αρχής η οποία θα επέβαλε κοινή νομισματική πολιτική ή θα επέβλεπε την, από κοινού εφαρμογή, δεσμευτικών πράξεων. Χαρακτηριστικό δε αυτού, αποτελεί και το γεγονός ότι προς τα τέλη του 19ου αιώνα, η ΛΝΕ ξεκίνησε άτυπα να στρέφεται προς τον κανόνα του χρυσού, εξαιτίας της απόφασης να περιοριστεί η κοπή αργυρών νομισμάτων.


Η Σκανδιναβική Νομισματική Ένωση (ΣΝΕ) υπήρξε μία προσπάθεια η οποία ως επί το πλείστον στέφθηκε με επιτυχία. Ιδρύθηκε το 1872 από την Δανία, την Νορβηγία και την Σουηδία και βασίσθηκε στον κανόνα του χρυσού. Οι χώρες αυτές είχαν σε έναν μεγάλο βαθμό ομοιότητες στην οικονομική τους σκέψη και αυτό τις βοήθησε στο να μείνουν συνεπείς στους κανόνες που είχαν συμφωνήσει. Η διάλυση της ΣΝΕ προήλθε -πέρα από τις όποιες εσωτερικές τριβές υπήρξαν μεταξύ των χωρών, τις οποίες οι εξωγενείς συγκυρίες δεν μας επέτρεψαν να παρατηρήσουμε πως θα λύνονταν- από το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.


Μετά τον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδρύθηκε η νομισματική συμφωνία Βελγίου-Λουξεμβούργου, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως η πιο επιτυχημένη ένωση, έως και το 1999, οπότε οι δύο χώρες έγιναν μέλη της ζώνης του ευρώ. Τα νομίσματα των δύο χωρών είχαν ισοτιμία ένα προς ένα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα το νόμισμα της μίας χώρας να κυκλοφορεί ελεύθερα στην άλλη.


Άλλη περίπτωση οικονομικής ένωσης υπήρξε το γνωστό αλλά και χρονικά πολύ πρόσφατο σχήμα (1947) των Benelux. Η ένωση αυτών των τριών κρατών (Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο) ξεκίνησε αρχικά ως μία τελωνειακή ένωση, επεκτάθηκε στο πεδίο της άμυνας και έθεσε την βάση για την οικονομική ένωση των τριών χωρών.


Έπειτα από αυτή την μακρά πορεία προσπαθειών για δημιουργία ενός χώρου νομισματικής σταθερότητας, υπογράφηκε το 1992 η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Χρειάστηκαν όλες αυτές οι προσπάθειες προκειμένου να έρθει η ώρα της ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το δε νέο κοινό νόμισμα, το ευρώ, τέθηκε σε λειτουργία δέκα χρόνια αργότερα, το 2002 και αυτή η νομισματική ένωση γιορτάζει αυτό το έτος 20 χρόνια και 19 συμμετέχοντα κράτη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε μελέτη της, ήδη από το 1990, εκτιμούσε ότι τα οφέλη από την δημιουργία μιας νομισματικής ένωσης, ενδέχετο να ανέρχονται σε πλεόνασμα ύψους 0,25-0,50% του ενωσιακού ΑΕΠ. Πλήρης κινητικότητα όλων των συντελεστών παραγωγής, ευελιξία τιμών και μισθών, παρόμοιος πληθωρισμό, χρηματοπιστωτική ενοποίηση, δημοσιονομική ενοποίηση και πολιτική ενοποίηση είναι μερικοί από τους παράγοντες που η ιστορία ανέδειξε ως σημαντικούς για την επιτυχία μίας νομισματικής ένωσης.






ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Hix Simon, 2009, «Το πολιτικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», Μεταίχμιο

Νίκος Μούσσης, «Ευρωπαϊκή Ένωση: δίκαιο, οικονομία, πολιτικές.»

Σπανού Καλλιόπη «Ελληνική διοίκηση και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση», 2001, Εκδόσεις Παπαζήση

Χρυσομάλλης Μ. «Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση»