Η παραβίαση προσωπικών δεδομένων μέσω των social media και η παράνομη κοινοποίηση τους

Αναστασία Πέτσου, Φοιτήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ.



Η παραβίαση των προσωπικών δεδομένων μέσω social media και η παράνομη κοινοποίηση τους ως μέσο ψυχολογικού εκφοβισμού.


Η ραγδαία εξάπλωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη σύγχρονη εποχή έχει ως άμεση

συνέπεια την έκθεση σπουδαίου βαθμού καθημερινών δραστηριοτήτων και προσωπικών μας

στιγμών. Εκτός από τη συμβολή τους στην ενημέρωση, την έκφραση της κοινής γνώμης και

τη διευκόλυνση των επικοινωνιών, τα social media εγκυμονούν κινδύνους, οι οποίοι

ερείδονται στην αθέμιτη χρήση τους.


Συνηθέστερη απόρροια της παράτυπης αυτής χρήσης αποτελεί η παραβίαση των προσωπικών δεδομένων. Ειδικότερα, εντοπίζονται συνεχώς περιστατικά λήψης φωτογραφιών, βίντεο και οποιουδήποτε άλλου προσωπικού εγγράφου, χωρίς τη συγκατάθεση του προσώπου που απεικονίζεται ή κατονομάζεται μέσω αυτών, αλλά και η παράνομη κοινοποίησή τους σε τρίτους και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την προστασία των προσωπικών δεδομένων «κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο πρόσωπο αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα» ενώ ως παράβαση χαρακτηρίζεται «η παραβίαση της ασφάλειας που οδηγεί σε τυχαία ή παράνομη καταστροφή, απώλεια, μεταβολή, άνευ άδειας κοινολόγηση ή πρόσβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάστηκαν, αποθηκεύτηκαν ή υποβλήθηκαν κατ’ άλλο τρόπο σε επεξεργασία». Η χρήση, η αποθήκευση, η διάδοση, η επεξεργασία, η ανάκτηση και γενικότερα η διάθεση τέτοιων πληροφοριών εμπίπτει στη σφαίρα παραβίασης των προσωπικών δεδομένων. Είναι, επομένως, σαφές πως η χωρίς τη συναίνεση του εκτεθειμένου χρήση και δημοσίευση προσωπικών φωτογραφιών και βίντεο συνιστά μορφή της συγκεκριμένης επεξεργασίας, που συνδέεται άρρηκτα με την προστασία του ιδιωτικού βίου του ατόμου.


Προς επίρρωση των παραπάνω, σε συνταγματικό επίπεδο, η προστασία από τη συλλογή,

χρήση και διάθεση των προσωπικών δεδομένων με ηλεκτρονικά μέσα κατοχυρώνεται με το

άρθρο 9 Α . Ταυτόχρονα, άξια αναφοράς είναι η κατοχύρωση του δικαιώματος στην

πληροφόρηση με το άρθρο 5 Α του Συντάγματος, που περιλαμβάνεται η δυνατότητα επιβολής περιορισμών για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων. Όπως γίνεται αντιληπτό, το δίκαιο μας, στο πλαίσιο ενός πλουραλιστικού κράτους, φροντίζει να ενθαρρύνει την έκφραση απόψεων, την ενημέρωση και τη διαλογικότητα χωρίς να καταπατά απόλυτα δικαιώματα του ανθρώπου,

όπως αυτό του άρθρου 9 Α , που σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του Συντ., προστατεύει την

ανθρώπινη αξιοπρέπεια από τη διαπόμπευση προσωπικών δεδομένων.


Η διαρροή τέτοιων πληροφοριών στη συντριπτική της πλειοψηφία αποσκοπεί στον

ψυχολογικό εκφοβισμό του προσβεβλημένου προσώπου. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις,

μάλιστα, όπου ο θύτης επιλέγει να χρησιμοποιήσει πλαστές ή ψευδείς πληροφορίες για να

διογκώσει την προβολή και να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στο θύμα. Ωστόσο, η

προστασία της τιμής είναι απόλυτη, συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή (άρθρο 5 παρ.2) και η

προσβολή της αποτελεί και ποινικώς κολάσιμη πράξη που προστατεύεται από σειρά

διατάξεων του Ποινικού Κώδικα (πχ. Συκοφαντική δυσφήμηση, δυσφήμηση κ.α.).


Η διαρροή και η κοινοποίηση προσωπικών δεδομένων τραυματίζει την προσωπικότητα του

θύματος, το οποίο στιγματίζεται κοινωνικά και ηθικά. Συνεπώς, δύναται να αξιώσει αποζημίωση, στην περίπτωση που κριθεί πως έχει υποστεί ηθική βλάβη, αλλά και άρση της

προσβολής και παράλειψη της στο μέλλον (άρθρα 57 ,59 Αστικού Κώδικα και 82 του Κανονισμού 2016/697 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα).


Καταλήγοντας, η προστασία των προσωπικών δεδομένων πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, προκειμένου να μην καταπατάται και το δικαίωμα στην πληροφόρηση. Στις περιπτώσεις όμως εκείνες που η παραβίαση είναι

πρόδηλη, το θύμα οφείλει, χωρίς δισταγμό, να προασπίσει τα θεμελιώδη δικαιώματά του,

απευθυνόμενο στις αρμόδιες αρχές για τη διασφάλιση αφενός της δικής του αξιοπρέπειας και

την αποτροπή παρόμοιων συμπεριφορών από το θύτη αφετέρου.