«Γυναικοκτονία»: Μία ακόμη μόδα ή ένα νέο έγκλημα;

Γράφουν οι φοιτήτριες Έρδα Αναστασία, Χότζα Ιωάννα και Χριστοπούλου Κωνσταντίνα



«Αν πάρεις κιλά θα αρχίσω να κοιτάω άλλες γυναίκες», «Όταν είναι άλλος μπροστά δεν θα μου φέρνεις αντίρρηση», «Όλες οι γυναίκες τρώνε κανένα χαστούκι που και που. Είναι η δουλειά του άντρα να επιβάλλει τα όρια».


Αυτό είναι βία.


Ως βία «κατά προσώπου», νοείται ο εξαναγκασμός, που συνίσταται σε παρεμπόδιση των σωματικών λειτουργιών του εξαναγκαζομένου, με άμεση επενέργεια επί του σώματος, και έχει ως στόχο την αδρανοποίηση της βούλησής του και την υποταγή στον δράστη (vis absoluta). Η βία, μπορεί να λάβει οποιαδήποτε μορφή, είτε λεκτική είτε ψυχολογική, κυρίως όμως σωματική. Συνεπώς, κάθε προσπάθεια υποταγής της γυναίκας στον σύζυγό της είναι βία.


Η «γυναικοκτονία» αποτελεί όρο που δηλώνει έγκλημα μίσους βασιζόμενο στο φύλο. Είναι, με άλλα λόγια, η «ανθρωποκτονία γυναικών», ως αποτέλεσμα της βίας κατά αυτών. Φυσικά ο όρος δεν είναι καινούργιος. Εμφανίστηκε ως feminicide και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1801 στην Αγγλία, αλλά και στο λεξικό νομικών όρων του Wharton's [1817-1867., Wharton, J. J. S. (John Jane Smith), 1816 or (1867). The law-lexicon: or, Dictionary of jurisprudence]. Το 1976, άλλωστε, τον κατέγραψε η κοινωνιολόγος Νταϊάνα Ράσελ (Diana E. H. Russel), ορίζοντας έτσι το εγκληματολογικό αυτό φαινόμενο.


Γίνεται, επομένως, αντιληπτό ότι η «γυναικοκτονία» απασχολεί την κοινωνία, όχι χρόνια, αλλά αιώνες. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ ορίζεται ως η εκ προθέσεως ανθρωποκτονία γυναικών, επειδή είναι γυναίκες. Διαπράττεται κατά κύριο λόγο από άνδρες, με συνεργούς τους πολλές φορές γυναίκες, συνήθως μέλη της ίδιας οικογένειας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το ακραίο φαινόμενο εκδηλώνεται από νυν ή πρώην συντρόφους με μακρόχρονη κακοποιητική και εκφοβιστική προς το θύμα συμπεριφορά. Το τελευταίο, μάλιστα, βρίσκεται, στο μεγαλύτερο μέρος των περιπτώσεων, σε θέση φυσικής ή/και οικονομικής αδυναμίας σε σχέση με τον θύτη».


Ένα τέτοιο στοιχείο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αντίληψη της υποταγής της γυναίκας στον σύζυγό της παραμένει, ακόμα και σήμερα, βαθιά ριζωμένη στα θεμέλια κάθε κοινωνίας. Η Πατριαρχία, εξάλλου, αποτελεί ένα ολόκληρο κοινωνικό σύστημα, ένα σύστημα ιδεών, που δικαιολογεί την τάση του άντρα να κατέχει την εξουσία και όλες τις περεταίρω εκφάνσεις της, αψηφώντας και υποβαθμίζοντας τη θέση της γυναίκας. Ως απόρροια αυτού παρουσιάζεται η συστηματική βία και σε ακραίες μεν συχνές δε περιπτώσεις η δολοφονία γυναικών, «επειδή απλώς είναι γυναίκες».


Παρεμφερείς με την γυναικεία υποταγή αντιλήψεις, ενστερνίζονται όσοι αντικρούουν τον όρο ως ακατάλληλο, υποστηρίζοντας ότι ο εν λόγω χαρακτηρισμός δεν είναι παρά μία ακόμη μόδα, προερχόμενη από ακραίες φεμινιστικές οργανώσεις». Σαφώς, μία τέτοια δήλωση καθίσταται εκ βάθρων άτοπη, καθώς στηρίζεται στη σύγχυση ενός εξειδικευμένου όρου, της «γυναικοκτονίας», με μία ολόκληρη ιδεολογία, το φεμινισμό.


Η «γυναικοκτονία», όμως, αναφέρεται στην αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής. Δεν αποτελεί μόδα∙ δεν είναι κάτι εφήμερο∙ δεν είναι κάτι παροδικό. Είναι μια κατάσταση που ανάγεται στα εφηβικά χρόνια της Ιταλίδας αυτοκράτειρας Αδελαΐδας (10ος αιώνας). Το γεγονός ότι ως όρος αναγνωρίστηκε κι άρχισε να προσεγγίζεται κοινωνιολογικά σε μεταγενέστερη εποχή, είναι ένα διαφορετικό ζήτημα.


Αντιθέτως, ο φεμινισμός αποτελεί πολιτικό ακτιβισμό. Αναφέρεται στις διακρίσεις που βιώνουν οι γυναίκες σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας (κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό). Διακρίσεις, οι οποίες παρά τους αγώνες του φεμινιστικού κινήματος και την αναγνώριση της θέσης της γυναίκας στις σύγχρονες κοινωνίες (α. 14 ΕΣΔΑ, «Απαγόρευση διακρίσεων»), εξακολουθούν να υφίστανται, εξαιτίας της εξουσιαστικής τάσης του ανδρικού φύλου. Κατάλοιπο του καπιταλιστικού συστήματος και της αντίληψης περί του κυνηγιού της ευκαιρίας; Θα μπορούσε. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ενδοοικογενειακή βία επηρεάζει 3 στις 10 γυναίκες καθώς και ότι κάθε μέρα δολοφονούνται παγκοσμίως, κατά μέσο όρο, 137 γυναίκες από (πρώην ή νυν) συζύγους, συντρόφους ή άλλο μέλος της οικογένειας τους.


Ένα δεύτερο επιχείρημα, προβαλλόμενο κυρίως από άνδρες, οι οποίοι ενίστανται για τη μαζοποίηση που, όπως διατείνονται, τείνουν να υφίστανται, είναι το παρόν: «ο όρος γυναικοκτονία αποτελεί μία νέα, αυτοτελή διάκριση, η οποία ήρθε να προστεθεί στην ιστορία της ανθρωπότητας, κατά των γυναικών. Όταν δε χρησιμοποιούμε τον όρο ανθρωποκτονία για τις δολοφονίες κατά των γυναικών είναι σαν να υπονοούμε ότι δεν είναι άνθρωποι». Το αβάσιμο αυτό επιχείρημα καταρρίπτει ο ίδιος ο ποινικός μας κώδικας, ο οποίος αναγνωρίζει πανηγυρικά ορισμένες καταστάσεις ως ιδιαίτερες, με αποτέλεσμα να θεσπίζει για αυτές διαφορετική αντιμετώπιση. Πρόκειται για τις επονομαζόμενες προνομιούχες και διακεκριμένες μορφές ενός εγκλήματος, που ρυθμίζονται με τρόπο επιεικέστερο και αυστηρότερο αντίστοιχα από το βασικό, στο οποίο ερείδονται. Με βάση τα αδιάσειστα αυτά στοιχεία του νόμου, η «γυναικοκτονία» οφείλει να αντιμετωπίζεται, όχι ως νέο έγκλημα με αυτοτελή αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση, αλλά ως διακεκριμένη περίπτωση, λόγω των σεξιστικών κινήτρων του θύτη.


Το κίνητρο, συνεπώς, είναι αυτό που αυτό που διαφοροποιεί το παρόν έγκλημα από την απλή ανθρωποκτονία. Η δύναμη, που μπορεί να ασκεί το ανδρικό φύλο στο γυναικείο. Η πεποίθηση ότι η γυναίκα ανήκει στην περιουσία του κάθε ανδρός, ως νυν ή και πρώην του. «Τη σκότωσα επειδή είχα τη δύναμη να το κάνω, επειδή είμαι το πρόσωπο που κοιμόταν δίπλα της, που την απέκοψε από την οικογένεια της, που τη χειραγωγούσε και την περιόριζε με κάθε δυνατό τρόπο». «Τη σκότωσα, επειδή μπορούσα να το κάνω, επειδή δεν προέβαλε αντίσταση». Κυρίως, όμως, «Τη σκότωσα, γιατί ήταν η κακή στιγμή». Λόγια ηχηρά, στυγνά, ειπωμένα από ανθρώπους που προσπαθούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους μετά από ένα αποτρόπαιο έγκλημα, αυτό της «γυναικοκτονίας».


Το 2019 αποτέλεσε σταθμό για την χώρα μας, καθώς τότε έγιναν δύο στυγερές δολοφονίες, αυτή της Ελένης Τοπαλούδη στην Ρόδο και της Αγγελικής Πέτρου στην Κέρκυρα, η οποία δολοφονήθηκε από τον ίδιο της τον πατέρα, καθώς ο τελευταίος δεν ενέκρινε τη σχέση της με τον Αφγανό σύντροφό της. Από τότε μέχρι και σήμερα, τον κατάλογο των ανθρωποκτονιών έχουν σημαδέψει οι ολοένα και αυξανόμενες γυναικοκτονίες, οι οποίες φαίνεται να μην έχουν τέλος, με πιο πρόσφατες αυτή της Caroline στα Γλυκά Νερά, της Γαρυφαλλιάς στη Φολέγανδρο και φυσικά της Δώρας στη Ρόδο.


Θεμελιώδες ζητούμενο πίσω από τις προαναφερθείσες άδικες απώλειες αποτελούν τα βαθύτερα αίτια του παθολογικού αυτού φαινομένου, που σήμερα ανακύπτει όλο και πιο συχνά, με συνεχώς αυξανόμενη ένταση. Αναμφιβόλως, το περιβάλλον του δράστη καθώς και τα ερεθίσματα που λαμβάνει από τα ΜΜΕ και την Πολιτεία διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην επίταση του φαινομένου της «γυναικοκτονίας». Πρόκειται, άλλωστε για μία κοινωνία γεμάτη στερεότυπα, σεξισμό και μισογυνισμό - όρος αποδεκτός από την διεθνή κοινότητα -, η οποία συχνά μεγαλώνει «άνδρες», όχι ανθρώπους με σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια.


Στο σημείο αυτό κρίσιμη παρουσιάζεται η εξής διευκρίνιση: Ο χαρακτηρισμός του μελετούμενου εγκλήματος ως «γυναικοκτονίας» δεν αποτελεί κανένα είδος αντίποινων προς τις απεχθείς πράξεις ορισμένων ανδρών. Δεν στοχεύει στη θεμελίωση καμίας περαιτέρω διάκρισης φύλου. Δεν είναι αντίδραση, αλλά αναγκαιότητα. Προφανώς δεν καθίστανται όλοι οι άνδρες κακοποιοί και δολοφόνοι, ούτε καν δυνάμει. Δεν τίθεται κανένας λόγος μαζοποίησης, στοχοποίησης ή έγερσης λοιπών αρνητικών συναισθημάτων και αντιδράσεων ως προς το ανδρικό φύλο εν γένει. Γυναίκες και άνδρες αντιμετωπίζονται ή τουλάχιστον οφείλουν να αντιμετωπίζονται ως ίσοι, πρωτίστως ως άνθρωποι με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις. Μάλιστα, προς την εδραίωση της ισότητας αυτής κατευθύνεται ο νέος όρος που διαφοροποιεί τις ανθρωποκτονίες γυναικών από τις λοιπές δολοφονίες. Πώς, όμως επιτυγχάνεται ο σκοπός αυτός;


Η χρήση εξειδικευμένου όρου για τα εγκλήματα κατά των γυναικών δεν επικεντρώνεται τόσο στο φύλο, όσο στη σχέση μεταξύ του θύτη και του θύματος. Αυτή είναι συνήθως ερωτική, σε κάθε περίπτωση πάντως χαρακτηρίζεται από μεγάλη οικειότητα και επιρροή του ενός στον άλλον, κυρίως του ανδρός στη γυναίκα. Πρόκειται για έναν παράγοντα καθοριστικό, αναφορικά με την απόφαση και την εκτέλεση του εγκλήματος, άλλως για ένα πλαίσιο που προσδίδει αδικαιολόγητη ισχύ στον άνδρα, με αποτέλεσμα αυτός να παρεκτρέπεται.


Βέβαια, στο σημείο αυτό εύλογα τίθεται ως ερώτημα, το αν η δολοφονία μίας γυναίκας από μία άλλη στο πλαίσιο ερωτικής σχέσης χαρακτηρίζεται ως «γυναικοκτονία». Η απάντηση είναι καταφατική και δικαιολογείται με την προβολή του προαναφερθέντος επιχειρήματος. Κρίσιμο, άλλωστε, καθίσταται το πλαίσιο τέλεσης της ανθρωποκτονίας, όχι τόσο το φύλο.


Ένα άλλο πιθανό ερώτημα είναι το αν η δολοφονία του ανδρός από τη γυναίκα στο πλαίσιο ερωτικής σχέση θα πρέπει να οριστεί αντίστοιχα ως «ανδροκτονία». Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την αντίληψη ότι οι άνδρες αποτελούν το ισχυρό φύλο, έκφραση αφενός πολιτικώς μη ορθή, αφετέρου βαθιά ριζωμένη στην ιδεολογία πολλών γενεών, μία τέτοια διάκριση αποτελεί πλεονασμό. Άλλη άποψη, πιο εκσυγχρονισμένη, επικεντρώνεται και πάλι στη γυναίκα, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η τελευταία αποτελεί αδιαμφισβήτητα «ευαίσθητη» κοινωνική ομάδα που χρήζει ιδιαίτερης προστασίας. Μία έκφανση της προστασίας αυτής μπορεί να χαρακτηριστεί και η θέσπιση ιδιαίτερου όρου για τα εγκλήματα κατά των γυναικών. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πρέπει να υπονοηθεί ότι ο όρος «ευαίσθητη» είναι συνώνυμος της «αδύναμης», καθώς με αυτό τον τρόπο όντως θεσπίζονται νέες διακρίσεις βασιζόμενες στο φύλο.


Στην ουσία, λοιπόν, ο όρος «γυναικοκτονία» δε διαφέρει σε τίποτα από τις λοιπές ανθρωποκτονίες, ούτε αποτελεί μέσο άνισης μεταχείρισης των εγκλημάτων μεταξύ τους. Τονίζει, ωστόσο, το αίτιο, την κοινωνική συνθήκη, όπως επίσης την επαναληψιμότητα του εγκληματολογικού αυτού φαινομένου. Και το αίτιο δεν είναι άλλο από την βίαιη συμπεριφορά του συζύγου/συντρόφου προς την γυναίκα του, η οποία αφορμάται κυρίως από τις σαθρές αντιλήψεις της κοινωνίας σε συνδυασμό με την αδράνεια της Πολιτείας. Δίνοντας νομική υπόσταση στο έγκλημα της «γυναικοκτονίας» προστατεύουμε την τιμή και την αξιοπρέπεια κάθε γυναίκας.


Ήδη στα τέλη Νοεμβρίου, η Γερουσία της Δομινικανής Δημοκρατίας αναγνώρισε τη «γυναικοκτονία» ως έγκλημα με ποινή φυλάκισης 40 ετών. Αξιόλογη είναι και η πρωτοβουλία Spotlight της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Εθνών για τον τερματισμό των γυναικοκτονιών στη Λατινική Αμερική. Στην Ευρώπη, ωστόσο, δεν έχουν σημειωθεί και τόσο αξιόλογες προσπάθειες ώστε να αναγνωριστεί η «γυναικοκτονία» ως έγκλημα, καθώς δε λαμβάνεται υπ’ όψιν το φύλο. Τα ποσοστά, όμως, μιλάνε από μόνα τους, τονίζοντας την αναγκαιότητα της αναγνώρισης του όρου «γυναικοκτονία», καθώς βάσει των στοιχείων του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων, EIGE:


Στην Βρετανία, κάθε τρεις μέρες δολοφονείται μία γυναίκα


Στη Σουηδία, κάθε δέκα μέρες κακοποιείται μέχρι θανάτου από το σύζυγο ή σύντροφό της


Στην Ισπανία, μία γυναίκα δολοφονείται κάθε τέσσερεις μέρες, περίπου 100 τον χρόνο


Στην Γαλλία, μία γυναίκα δολοφονείται κάθε πέντε μέρες εξαιτίας κακοποίησης στο σπίτι


Από αυτές το 1/3 μαχαιρώνεται, το 1/3 φονεύεται με πυροβόλο όπλο, το 20% στραγγαλίζεται και το 10% ξυλοκοπείται μέχρι θανάτου.


Στην Ελλάδα, μόλις τον τελευταίο χρόνο έχουν τελεστεί 10 γυναικοκτονίες , ενώ δεν έχουν γίνει γνωστά τα ακριβή ποσοστά των δολοφονιών γυναικών τα παλαιότερα χρόνια, καθώς δεν καταγράφονταν με βάση το φύλο.


Η συχνότητα και τα ποσοστά των «γυναικοκτονιών», καθιστούν αντιληπτό το γεγονός ότι οι φωνές γύρω από τον όρο «γυναικοκτονία», δεν αποτελούν απλώς μία νέα μόδα του φεμινιστικού κινήματος, αλλά ένα σοβαρά ανερχόμενο κοινωνικό πρόβλημα, το οποίο πρόκειται να απασχολήσει έντονα την κοινωνία τα επόμενα χρόνια. Επομένως, όσο πιο γρήγορα αναγνωριστεί ο όρος, τόσο πιο γρήγορη θα είναι η καταστολή και η πρόληψη του φαινομένου. Η θεσμοθέτηση του εγκλήματος της «γυναικοκτονίας», θα αποτελέσει «ασπίδα» για κάθε γυναίκα, αλλά και ένα πρώτο βήμα για την πραγματική εφαρμογή της απαγόρευσης των διακρίσεων και της ισότητας των δύο φύλων.