Η αμφισβήτηση του τεκμηρίου αθωότητας στο πλαίσιο του συγχρόνου κράτους δικαίου

Γράφει η Καπρούλια Δήμητρα


“'Εκαστος προ της καταδίκης του δε λογίζεται ένοχος”. Αν και την εν λόγω, υψίστης σημασίας, σύνοψη του -οικουμενικώς κατοχυρωμένου- τεκμηρίου αθωότητας ανευρίσκουμε ήδη υπό τη μορφή ενός τεκμηρίου μη ενοχής στο “Πολιτικό” Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, χρειάστηκαν εντούτοις σχεδόν 130 χρόνια, ώστε να καταστεί στη χώρα μας εσωτερικό δίκαιο με την κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ). Ειδικότερα, το τεκμήριο αθωότητας εδραιώνει, μετά κόπων και βασάνων, τη θέση του στο άρθρο 6, παράγραφο 2 της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (εφεξής ΧΘΔ) και σε πλήθος δεσμευτικών κειμένων αυξημένης τυπικής ισχύος. Σε επίπεδο ελληνικού ποινικού δικαίου, η πρόβλεψη του στο άρθρο 71 του Ποινικού μας Κώδικα (= “οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο”), ανταποκρίνεται στη συνταγματική επιταγή του άρθρου 20 περί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, εκπηγάζει, εντούτοις, πρωτίστως από την αξία του ανθρώπου και από το σεβασμό προς τα θεμελιώδη δικαίωματά του, ανεξαρτήτως της ιδιότητάς του ως κατηγορουμένου ή υπόπτου για την τέλεση αξιοποίνων πράξεων.


Η δικαιολογημένη αμφιβολία ως προς την ύπαρξη, ενός κοινά αποδεκτού ορισμού αλλά και ως προς τις αρχές, που περικλείει, γεννά σύγχυση αναφορικά με το εύρος της εφαρμογής του. Η αρχή in dubio pro reo αναφέρεται άλλωστε σε ένα τμήμα μόνο του τεκμηρίου αθωότητας, χωρίς να εξαντλεί το περιεχόμενο του. Η πρόταξη της αθωότητας έναντι της ενοχής και η απόφαση της απαλλαγής του κατηγορουμένου ενόψει της αμφιβολίας ως προς την ενοχή του συνθέτουν μία ικανοποιητική, πρώτη εικόνα για την κατανόηση του περιεχομένου του τεκμηρίου αθωότητας. Το τεκμήριο αθωότητας αφορά τον τρόπο διαμόρφωσης της ποινικής δίκης, και την αντίληψη, πως κάθε πρόσωπο είναι καταρχήν αθώο και άρα ίσο -ως προς την ποινική του μεταχείριση- απέναντι σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Σε ένα πρώτο στάδιο το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί ελάχιστο προαπαιτούμενο, ώστε να γίνει λόγος για ευνομούμενη και δικαιοκρατική κοινωνία εν γένει. Δε νοείται η πολιτεία, εξοπλισμένη με το “όπλο” της ποινής και ασκούσα τον κρατικό καταναγκασμό, να προκαταλαμβάνει την ενοχή του προσώπου, ούτε θα ήταν δυνατό να νοηθεί σε ένα κράτος δικαίου, που σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα του προσώπου, η επιβολή ποινής απευθείας με την απαγγελία της κατηγορίας. Καθίσταται, άρα, σαφές, πως υφίσταται προ της εμπλοκής της πολιτείας ένα “άδηλο” τεκμήριο αθωότητας[1], που απαγορεύει την εκ μέρους της πολιτείας απόδοση ποινικής δικαιοσύνης άνευ ετέρου και προτού εξοπλισθεί η εκάστοτε καταδικαστική απόφαση με την αρμόζουσα δικονομική ωριμότητα περί της ενοχής του κατηγορουμένου.


Κατά την ποινική διαδικασία δε, εντοπίζεται η αρχή in dubio pro reo υπό τη μορφή της απαλλαγής του κατηγορουμένου λόγω αμφιβολιών, αποδεσμευμένη από την προσωπική και ενδόμυχη κρίση του δικαστή. Εφόσον, από τα περιστατικά της υπόθεσης, την εξέταση των αποδεικτικών μέσων και τα περαιτέρω στοιχεία της διαδικασίας στο ακροατήριο ο δικαστής βρεθεί ενώπιον ενός διλήμματος, κινούμενος στα όρια αθωότητας και ενοχής, οφείλει να απόσχει από μεροληπτικές κρίσεις και να ταχθεί υπέρ της αθωότητας. Απαιτείται, άρα, σχηματισμός πλήρους δικανικής πεποίθησης εκ μέρους του δικαστή, που να αγγίζει τα όρια της απόλυτης βεβαιόητας περί της ενοχής του προσώπου και πλήρης δικαιολόγηση εκ μέρους του σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης. ΄Εως τότε δεν επιτρέπεται να εξομοιώνεται η μεταχείρισή του με εκείνη του ήδη καταδικασθέντα, ακόμα και αν πραγματικώς είναι ένοχος. Η θωράκιση που προσφέρει το τεκμήριο αθωότητας έως και την αμετάκλητη καταδίκη του κατηγορουμένου εδράζεται ακριβώς στο σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και αποτελεί τον πυρήνα του κράτους δικαίου. Δεν πρέπει, άλλωστε να λησμονούμε, πως, σύμφωνα με την τρίβαθμη δόμηση του εγκλήματος, μόνο η κατάφαση της ενοχής και της απόδοσης προσωπικής μομφής σε συγκεκριμένο υποκείμενο είναι αυτή που επιτρέπει την επιβολή ποινής.


Ενόψει των καταιγιστικών κοινωνικών εξελίξεων αναφύεται διαρκώς το ερώτημα. Ποιά πρόσωπα δεσμεύονται από το τεκμήριο αθωότητας; Η καταφατική και αυτονόητη απάντηση περί της δέσμευσης των προσώπων που μετέχουν στην ποινική διαδικασία και των κρατικών οργάνων εν γένει από το τεκμήριο δεν αφήνει περιθώρια τριτενέργειας του έναντι ιδιωτών. Άρα προσβολή του τεκμηρίου -και κατ΄επέκταση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και της προσωπικότητάς του- τίθεται μόνο ενόψει της δράσης των κρατικών οργάνων. Ωστόσο τη συνηθέστερη “προσβολή¨του τεκμηρίου ανευρίσκουμε από πρόσωπα στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και στο χώρο της δημοσιογραφίας εν γένει. Τρίτα πρόσωπα δε δεσμεύονται μεν από το τεκμήριο αθωότητας, δεσμεύονται ωστόσο από πλήθος νομικών κειμένων, που σχετίζονται με το σεβασμό της προσωπικότητας των κατηγορουμένων (π.χ. GDPR) και ενόψει του δημοσιογραφικού τους έργου οφείλουν να απέχουν από κοινοποιήσεις -στο ευρύ κοινό- προσωπικών στοιχείων των προσώπων, συνομιλιών, φωτογραφικών ή άλλων απεικονίσεων. Επιπροσθέτως οφείλουν να δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην ορθή, χρησιμοποιούμενη ορολογία, ώστε να μην “προεξοφλούν” την ενοχή του προσώπου και να μην εκθέτουν το ίδιο, προσβάλλοντας την τιμή και τη υπόληψή του.


Παρά, ωστόσο, τις νομοθετικές προβλέψεις σχετικά με τη δράση των ιδιωτών, που αφορούν δράστες σοβαρών αξιοποίνων πράξεων, η συνήθης πρακτική είναι η έκθεση των προσώπων αυτών και όχι η υιοθέτηση αμερόληπτων και lege artis δημοσιογραφικών πρακτικών. Η δημοσιοποίηση και διάδοση -σε πλήθος μέσων κοινωνικής δικτύωσης- πληθώρας πληροφοριών σχετικά με τους δράστες των ως άνω πράξεων ομοιάζει με απονομή μίας ¨πρώιμης¨ μορφής δικαιοσύνης, από ¨λαϊκά δικαστήρια” δημοσιογραφικής προέλευσης, που εδραιώνουν τελικώς στην συνείδηση του κοινού την αντίληψη περί ενός τεκμηρίου ενοχής. Παρατηρείται μία πλήρης αποκαθήλωση του τεκμηρίου αθωότητας και μία αντιστροφή του λίαν επικίνδυνη προς την πρόταξη της ενοχής. Ενώ διερωτώνται πολλοί επιστήμονες του νομικού κλάδου, πώς, παρά την προβλεπόμενη νομοθεσία, εκτίθενται τα πρόσωπα αυτά σε συνθήκες κοινωνικής κατακραυγής και σπίλωσης, αναφύεται ένα πρόσθετο ερώτημα αναφορικά με το ρόλο της πολιτείας και δη των δικαστών για την αντιμετώπιση αυτών των φαινομένων. Όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί, τα κρατικά όργανα που διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στην ποινική διαδικασία, δεν οφείλουν μόνο να απέχουν από πράξεις που προσβάλλουν το τεκμήριο αθωότητας, αλλά οφείλουν επιπροσθέτως να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες, ώστε να διασφαλίζεται εν γένει η προσβολή της προσωπικότητας του κατηγορουμένου. Αρκεί, τελικά, η αρμόζουσα νομοθετική πρόβλεψη ή βρισκόμαστε ενώπιον ενός κράτους δικαίου, που έχει επιτρέψει την τρώση του και κατ΄επέκταση την αποκαθήλωση του τεκμηρίου αθωότητας;

[1] Κάβουρα Β. Γεώργιου, Το τεκμήριο αθωότητας, Σάκκουλας, Αθήνα, 2003, σελ.60