Η αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων λόγω συμμετοχής και συνάφειας

Αντώνιος Μ. Γιωργάκης, Ασκούμενος Δικηγόρος



Ο Έλληνας νομοθέτης έχει θεσπίσει μία σειρά διατάξεων, που ενσωματώθηκαν στον Κ.Π.Δ., ώστε να δύναται να ανευρεθεί και να διαγνωσθεί ασφαλέστερα και ταχύτερα η αλήθεια ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων, στην περίπτωση που υπάρχει συμμετοχή (αρ. 45-47 Π.Κ.) και συνάφεια (αρ. 128 Κ.Π.Δ.) στα εγκλήματα.


Αναφορικά με τη συμμετοχή περισσοτέρων προσώπων στο έγκλημα, αρμόδιο Δικαστήριο για όλους τους συμμέτοχους, και τούτο που θα επιληφθεί της υποθέσεως, είναι το Δικαστήριο εκείνο στο οποίο υπάγεται αυτός από τους συμμετόχους, ο οποίος επισύρει τη βαρύτερη ποινή (αρ. 130 παρ. 1 εδ. α’ Κ.Π.Δ.), ενώ ανώτερο πάντων των ποινικών Δικαστηρίων θεωρείται το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο (αρ. 130 παρ. 1 εδ. γ’ Κ.Π.Δ.). Ακόμα δε και στην περίπτωση, που οι συμμέτοχοι υπάγονται σε δικαστήρια διαφορετικού βαθμού, αρμόδιο και πάλι τυγχάνει το ανώτερο Δικαστήριο (αρ. 130 παρ. 1 εδ. β’ Κ.Π.Δ.). Εάν, περαιτέρω, υφίστανται ιδιαίτεροι και εξαιρετικοί λόγοι που αφορούν την ασφαλέστερη διάγνωση της αλήθειας ή/και την ταχύτερη εκδίκαση της ενώπιον των Ανακριτικών αρχών ή των Δικαστηρίων, υπάρχει η δυνατότητα του χωρισμού της ανάκρισης ή/και της επ’ ακροατηρίω συζήτησης (άρ. 130 παρ. 2 Κ.Π.Δ.), η οποία διατάσσεται κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου ή βουλεύματος του δικαστικού συμβουλίου ή με διάταξη του Εισαγγελέως με τη σύμφωνη γνώμη του Ανακριτού ή του Προέδρου Εφετών, συναρτήσει του σταδίου που ευρίσκεται η εκάστοτε ποινική υπόθεση.


Εάν ο συμμέτοχος σε ένα συμμετοχικό έγκλημα είναι στρατιωτικός, της εκδίκασης της υπόθεσής του επιλαμβάνονται τα κοινά Δικαστήρια, εκτός αν έχει διαπραχθεί στρατιωτικό έγκλημα, όπου ο στρατιωτικός παραπέμπεται για να δικαστεί στα καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδια Στρατιωτικά Δικαστήρια, ενώ ο Πολίτης δικάζεται από τα κοινά Δικαστήρια (υπάρχει δηλαδή χωρισμός της υποθέσεως).


Σχετικά δε με μία σύντομη εννοιολογική οριοθέτηση του περιεχομένου του όρου των «συναφών» εγκλημάτων, λεκτέα τα κάτωθι:


Όπως αναφέρεται στο άρθρο 128 Κ.Π.Δ., συναφή θεωρούνται τα εγκλήματα που τελούνται α) από το ίδιο πρόσωπο είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους [εδώ πλέον μιλάμε είτε για αληθινή πραγματική και αληθινή κατ’ ιδέαν συρροή (άρα, όχι για «τυχαία συναυτουργία», η οποία είναι μορφή συμμετοχής)], β) από τη δράση πολλών, που δεν είναι συναίτιοι, στον ίδιο τόπο και χρόνο (μιλάμε, δηλαδή, για σύμπραξη, ήτοι παραυτουργία, γ) από πολλούς εναντίον αλλήλων είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους [όταν δηλαδή πολλοί δράστες αλληλοπροσβάλλονται (π.χ. φαινόμενα συμπλοκής μεταξύ οπαδών δύο ή περισσότερων ποδοσφαιρικών ομάδων)], δ) με σκοπό να διευκολύνουν ή να κάνουν πιο εύστοχη την εκτέλεση ή να συγκαλύψουν ένα από αυτά (μιλάμε, δηλαδή, για αλληλουχία διευκόλυνσης ή αλληλοκάλυψης π.χ. κλοπή και κλεπταποδοχή προϊόντων).


Και στην περίπτωση των συναφών εγκλημάτων, η ανάκριση και η εκδίκαση γίνονται από το ίδιο δικαστήριο, εάν και εφόσον η συνεκδίκασή τους δεν προκαλεί οποιασδήποτε μορφής βλάβη [υπάρχει επομένως και στα συναφή εγκλήματα η δυνατότηα χωρισμού των υποθέσεων (άρ. 129 παρ. 1 Κ.Π.Δ.)], ενώ κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθ’ ύλην αρμοδίου Δικαστηρίου είναι όχι η βαρύτητα των συναφών, αλλά το ανώτερο μεταξύ των αρμοδίων για κάθε συναφές έγκλημα Δικαστήριο (άρ. 129 παρ. 2 εδ. α’ Κ.Π.Δ.), ενώ το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο θεωρείται το ανώτερο όλων των υπολοίπων Ποινικών Δικαστηρίων (άρ. 129 παρ. 2 εδ. β’ Κ.Π.Δ.).


Σημειωτόν, επίσης, ότι τόσο στην εκδίκαση των συμμετοχικών πράξεων στα εγκλήματα, όσο και στην εκδίκαση των συναφών εγκλημάτων, όταν υπάρχει στην υπόθεση ανήλικός, αυτή χωρίζεται υποχρεωτικά και ο ανήλικος παραπέμπεται στον καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο Ανηλίκων (αρ. 129 παρ. 4 Κ.Π.Δ. σε συνδ. άρ. 130 παρ. 2 Κ.Π.Δ.).


Εν τέλει, παραβίαση των διατάξεων της αρμοδιότητα των Δικαστηρίων λόγω συμμετοχής ή συνάφειας, δύναται να δημιουργήσει αναιρετικούς λόγους, καθότι θα υπάρξει (θετική) υπέρβαση εξουσίας και καθ’ ύλην αναρμοδιότητα (αρ. 484 παρ. 1 περ. ζ’ Κ.Π.Δ. και άρ. 510 παρ. 1 περ. Ζ’ Κ.Π.Δ.).




Πηγές:


Ποινική Δικονομία (θεωρία-πράξη-νομολογία), Αδάμ Χ. Παπαδαμάκης, 9 η έκδοση, σελ. 78-85, εκδ. Σάκκουλα.