Η έννομη προστασία του εμπορικού και βιομηχανικού απορρήτου των επιχειρήσεων

Γράφει ο Άρης Σηφάκης, ασκούμενος δικηγόρος



Η κατοχή τεχνογνωσίας από μια επιχείρηση αναφορικά με τον εμπορικό, οργανωτικό καθώς και τεχνολογικό τομέα αποτελεί για την λειτουργία της ισχυρό μέσον για την επίτευξη ανταγωνιστικού προβαδίσματος (lead-time) και επικράτησης έναντι των ανταγωνιστών της εντός της ελεύθερης αγοράς. Οι επιχειρήσεις συχνά γίνονται ανταγωνιστικότερες όταν βασίζονται σε μια καλύτερη αξιοποίηση της γνώσης που έχουν για θέματα όπως στρατηγικές

διαφήμισης, μέθοδοι παραγωγής και διανομής, προφίλ πελατών και προμηθευτών καθώς και για ζητήματα τεχνογνωσίας (το λεγόμενο “know-how”) για τεχνικές πληροφορίες προϊόντων, νέες φόρμουλες προϊόντων, βιομηχανική τεχνογνωσία κλπ. Το σύνολο αυτής της γνώσης αφενός προσφέρει ανταγωνιστική ισχύ σε μια επιχείρηση, συνιστά βασική οικονομική

αξία για την ίδια αφετέρου, ενώ παράλληλα προστατεύεται από την έννομη τάξη. Η γνώση αυτή συνιστά το λεγόμενο εμπορικό και βιομηχανικό απόρρητο της επιχείρησης, το οποίο διέπεται από την αρχή της μυστικότητας. Σύμφωνα με αυτήν, είναι δικαίωμα της επιχείρησης να διατηρήσει απρόσιτη και μυστική αυτήν τη γνώση από άλλες επιχειρήσεις ή και εργαζομένους της και οποιαδήποτε παραβίαση του απόρρητου χαρακτήρα αυτής της πληροφορίας, δύναται να γεννήσει αστική και ποινική ευθύνη του προσβολέα. Να σημειωθεί

πως το εμπορικό-βιομηχανικό απόρρητο δεν αποτελεί άυλο αγαθό,επομένως δεν τίθεται ζήτημα κάποιου απόλυτου και αποκλειστικού δικαιώματος επ’ αυτού και άρα δεν θεωρείται δικαίωμα βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Αντίθετα συνιστά περισσότερο ένα de facto μονοπώλιο της επιχείρησης πάνω σε μια πληροφορία. Η αστική και ποινική έννομη προστασία της γνώσης αυτής προβλέπεται καταρχήν στο πλαίσιο του ν.146/1914 όπου η παραβίαση αυτής

αναγνωρίζεται ως μια πρακτική αθέμιτου ανταγωνισμού. Με την προσθήκη διατάξεων στον ν.1733/1987 για το εμπορικό απόρρητο λόγω της Οδηγίας 943/2016, επήλθε κάλυψη νομικών κενών του ν.146/1914 για την αστική προστασία. Ωστόσο τόσο ο ν.146/1914 όσο και ο ν.1733/1987 λειτουργούν συμπληρωματικά και παράλληλα. Παρακάτω θα αναλυθούν τα στοιχεία που συγκροτούν το εμπορικό και βιομηχανικό απόρρητο, οι προϋποθέσεις προσβολής του και τέλος οι έννομες συνέπειες από την παραβίαση του τόσο σε αστικό όσο και σε ποινικό επίπεδο με βάση το πλαίσιο των δυο παραπάνω νόμων.


Παρότι δεν ετίθετο πριν την Οδηγία 943/2016 κάποιος ορισμός του εμπορικού απορρήτου στον ελληνικό νόμο, με την τροποποίηση του ν.1733/1987 που ενσωματώνει πλέον την Οδηγία ορίστηκε ακριβώς η έννοια του εμπορικού απορρήτου. Όπως προκύπτει από το άρθρο 22Α παρ.4 του νόμου αυτού ως εμπορικό απόρρητο νοείται η πληροφορία στο πλαίσιο μιας επιχείρησης που αφορά την ίδια και όχι κάποιο πρόσωπο - η οποία πληροφορία δεν θεωρείται ευρέως γνωστή ούτε είναι άμεσα προσιτή σε ευρύ κύκλο προσώπων. Η έλλειψη προσβασιμότητας σε αυτήν την γνώση συνεπάγεται έναν απόρρητο χαρακτήρα, ο οποίος της προσδίδει εμπορική αξία, ενώ η επιχείρηση/κάτοχος αυτής της πληροφορίας που δύναται να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο και να την ελέγχει νόμιμα θα πρέπει να επιδιώκει και να καταβάλλει βάσει των περιστάσεων κάθε εύλογη δυνατή προσπάθεια για την προστασία του απόρρητου χαρακτήρα αυτής της πληροφορίας. Στην Ελλάδα κατά την κρατούσα άποψη, που γίνεται δεκτή θα πρέπει επίσης η πληροφορία αυτή να είναι γνωστή σε ορισμένο κύκλο προσώπων και ο κάτοχος της και να επιδιώκει την διατήρηση της μυστικότητας και να κρίνεται αντικειμενικά άξια προστασίας η εν λόγω πληροφορία. Νομολογιακά στην ελληνική έννομη τάξη με βάση την ΑΠ 1717/2013 κρίθηκαν ως επιχειρηματικά απόρρητα το πελατολόγιο, ο κατάλογος προμηθευτών, μέθοδοι marketing, μέθοδοι παραγωγής, τεχνικά know-how για κατασκευή προϊόντων, αλληλογραφία της επιχείρησης, τρόπος υπολογισμού της τιμής του τελικού προϊόντος, μη-δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία, πρότυπα κατασκευής, συνθέσεις προϊόντων κλπ.


Ωστόσο παρά την ύπαρξη ορισμού, πρέπει να στοιχειοθετηθεί επίσης το πότε και πως υφίσταται προσβολή του απορρήτου αυτού. Η προσβολή του επιχειρηματικού απορρήτου, όπως προαναφέρθηκε, συνιστά πρακτική αθέμιτου ανταγωνισμού και ο δικαιοπολιτικός λόγος έννομης προστασίας του απορρήτου (ratio) έγκειται από συστηματική άποψη στην προστασία των επιχειρήσεων. Εντούτοις μόνο η μυστική τεχνογνωσία προστατεύεται. Μη-απόρρητες επιχειρησιακές πληροφορίες δεν προστατεύονται νομικά και θεωρούνται πληροφορίες των οποίων η χρήση και μετάδοση περιλαμβάνονται στο δικαίωμα της πληροφόρησης κατά το άρθρο 5Α του Συντάγματος. Στο νέο άρθρο 22Α του νόμου 1733/1987 κατόπιν της εφαρμογής της Οδηγίας δίδεται ο ορισμός του παραβάτη του απορρήτου, ο οποίος θα πρέπει να έχει αποκτήσει ή να χρησιμοποιήσει ή να αποκαλύψει εμπορικό απόρρητο είτε είναι φυσικό είτε νομικό πρόσωπο. Στο άρθρο 22Β τυποποιείται η πρακτική της απόκτησης στην παρ. 3 ενώ στην παρ. 4 της χρήσης και αποκάλυψης. Ο παραβάτης του απορρήτου θεωρείται ότι προβαίνει σε απόκτηση του απορρήτου όταν κατά παράβαση του νόμου αντιγράφει, ιδιοποιείται ή έχει πρόσβαση σε έγγραφα, αντικείμενα, ουσίες ή ηλεκτρονικά αρχεία που περιέχουν εμπορικό απόρρητο ή από τα οποία μπορεί να προκύψει το εμπορικό απόρρητο και όλα αυτά βρίσκονται νόμιμα στην κατοχή του φορέα του απορρήτου. Ακόμα όμως παράνομη απόκτηση απορρήτου συντρέχει όταν με κάποιον από τους παραπάνω τρόπους ο παραβάτης δρα με τρόπο αντίθετο στα χρηστά ή συναλλακτικά ήθη. Όταν πάλι γίνεται λόγος για χρήση ή αποκάλυψη του εμπορικού απορρήτου κατά την παρ.4 του άρθρου 22Β, ο παραβάτης θα πρέπει χωρίς την συγκατάθεση του νόμιμου κατόχου του απορρήτου αποδεδειγμένα είτε να το έχει αποκτήσει παράνομα είτε να έχει παραβιάσει σύμβαση εμπιστευτικότητας ή συμφωνία μη-αποκάλυψης του απορρήτου είτε να έχει παραβιάσει υποχρέωση συμβατική ή μη περί περιορισμού χρήσης του εμπορικού απορρήτου. Παραβίαση του απορρήτου στοιχειοθετείται όμως και κατά την επόμενη παρ.5, όταν κάποιος προβαίνει σε χρήση/απόκτηση/αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου και κατά τον χρόνο αυτόν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι το εν λόγω απόρρητο αποκτήθηκε από πρόσωπο που το χρησιμοποίησε ή αποκάλυψε παράνομα στο πλαίσιο της παρ.4. Πέρα από αυτές τις περιπτώσεις όπου τυποποιείται η απαγορευμένη απόκτηση/χρήση/αποκάλυψη του εμπορικού απορρήτου, εντός του άρθρου 22Β γίνεται ρητή μνεία περιπτώσεων όπου κατ’ εξαίρεση επιτρέπονται οι παραπάνω ενέργειες όπως πχ απόκτηση εμπορικού απορρήτου από εργαζομένους και εκπροσώπους τους για την άσκηση ενημέρωσης ή διαβούλευσης ή όταν η απόκτηση είναι αποτέλεσμα ανεξάρτητης ανακάλυψης. Εν κατακλείδι, σε σχέση με την εφαρμογή της Οδηγίας όπως αναφέρθηκε ισχύουν και οι διατάξεις του ν.146/1914 για την παραβίαση του εμπορικού απορρήτου (αρ.16-18).


Στον νόμο αυτόν τυποποιούνται 4 αθέμιτες πρακτικές παραβίασης του απορρήτου. Στο αρ.16 παρ.1 αυτός που παραβιάζει το εμπορικό απόρρητο χωρίς δικαίωμα από νόμο ή σύμβαση θα πρέπει να φέρει την ιδιότητα του εργαζομένου ή και μαθητευόμενου σε εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση και να ανακοινώνει (ή αποκαλύπτει) απόρρητες πληροφορίες της επιχείρησης που του έχουν εμπιστευθεί ή έχουν υποπέσει στην αντίληψη του στο πλαίσιο της υπηρεσίας του σε τρίτους, έχοντας ταυτόχρονα πρόθεση να βλάψει την επιχείρηση ή να δράσει ανταγωνιστικά κατά αυτής για το συμφέρον κάποιου ανταγωνιστή. Να σημειωθεί ότι ο παραβάτης δεν απαιτείται να είναι εργαζόμενος με την στενή έννοια της σύμβασης εργασίας, αλλά μπορεί να είναι και εντολοδόχος, όχι όμως όργανο της εταιρίας. Επίσης παραβίαση απορρήτου υφίσταται κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου εάν ο οποιοσδήποτε και όχι αναγκαία εργαζόμενος προβαίνει σε ανακοίνωση του απορρήτου κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη ή και όταν κάποιος κάνει χρήση ή προβαίνει σε περαιτέρω αποκάλυψη του απορρήτου που έλαβε γνώση από κάποιον που το παραβίασε κατά τη διαδικασία της παρ.1. Στο άρθρο 17 δε, παραβάτης του απορρήτου δύναται να είναι και πρόσωπο που δεν έχει εργασιακή σχέση με τον φορέα του απορρήτου αλλά βρίσκεται σε συναλλαγή με αυτόν και του έχει εμπιστευθεί ο φορέας σχέδια, υποδείγματα, τύπους τεχνικής φύσεως και εν συνεχεία προβαίνει σε χρήση ή αποκάλυψη όλων αυτών σε τρίτους. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει πάντως η περίπτωση του αρ.18 παρ.2, όπου κρίνεται πως λειτουργεί αθέμιτα και όποιος προτρέπει/εξωθεί κάποιον να προβεί σε κάποια πρακτική είτε του αρ.16 παρ.1 είτε του αρ.17. Η παρότρυνση συνιστά αθέμιτη πρακτική ανταγωνισμού και συνεπάγεται αστικές και ποινικές συνέπειες ανεξάρτητα από το εάν εντέλει αυτός που παρακινήθηκε τελικά προχώρησε σε κάποια πράξη προσβολής ή όχι. Με απλά λόγια αρκεί η ηθική αυτουργία.


Σε αυτό το σημείο, τίθεται η ανάγκη να αποσαφηνιστεί το πλαίσιο έννομης προστασίας από την παραβίαση του επιχειρηματικού απορρήτου τόσο σε αστικό όσο και ποινικό επίπεδο. Σε αντίθεση με το αγγλικό δίκαιο, όπου το απόρρητο προστατεύεται με μια διάταξη περί παραβιάσεως εμπιστοσύνης, στο ελληνικό δίκαιο συναντά κανείς διάσπαρτες και λεπτομερέστερες διατάξεις αστικού και ποινικού δικαίου για την προστασία του απορρήτου. Καταρχήν αναφορικά με την αστική ευθύνη πέρα από την εκ νόμου πρόβλεψη της, μπορεί να ανακύψει και σε ενδοσυμβατικό επίπεδο, όπως φερειπείν από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για τον εργαζόμενο που φέρει ενοχική υποχρέωση μυστικότητας. Η εκ νόμου αστική ευθύνη προβλέπεται, αρχικά, στο άρθρο 18 παρ.1 του ν.146/1914 όπου ορίζεται ότι ο ζημιώσας ενέχεται για αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την παραβίαση του απορρήτου μέσα από οποιαδήποτε πρακτική των άρθρων 16,17 και 18 παρ.2, ενώ δεν αποκλείεται και να δημιουργηθεί και ευθύνη του και κατά την ΑΚ 932 για ηθική βλάβη (ΑΠ 1717/2013). Η αστική αξίωση του κατόχου του εμπορικού απορρήτου είτε για λήψη μέτρων και αποκατάσταση της ζημίας, είτε για λήψη ασφαλιστικών μέτρων παραγράφεται κατόπιν παρέλευσης 5ετίας από τον χρόνο που έλαβε γνώση της προσβολής ή της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση (άρθρο 22γ παρ.3 ν.1733/1987). Συμπληρωματικά, αξίζει να αναφερθεί πως πέραν της αγωγής αποζημίωσης , ο ενάγων κάτοχος δύναται με αίτηση να ζητήσει από το δικαστήριο λήψη μέτρων όπως την παύση ή απαγόρευση της χρήσης ή περαιτέρω αποκάλυψης του απορρήτου κατά το άρθρο 22 παρ.1 περ. α’ ενώ μπορεί να ζητήσει ακόμη και καταστροφή του εγγράφου, υλικού ή ηλεκτρ. αρχείου που περιλαμβάνει το απόρρητο ή παράδοση πίσω στον ίδιο τον νόμιμο κάτοχο (παρ.1 περ. δ’). Τα μέτρα αυτά μπορούν να ζητηθούν σε κάθε περίπτωση, ενώ αντιθέτως όρος παραδεκτού της αγωγής αποζημίωσης είναι ο παραβάτης να γνώριζε ή να όφειλε να γνωρίζει ότι προέβαινε σε παράνομη απόκτηση κλπ. Στο ν.1733/1987 με το νέο άρθρο 22θ παρ.1, εξειδικεύεται περισσότερο από τον νομοθέτη η έκταση της αστικής ευθύνης του παραβάτη, ο οποίος συγκεκριμένα οφείλει να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα κάτοχο του εμπορικού απορρήτου στο ύψος της θετικής-πραγματικής ζημίας την οποία υπέστη εξαιτίας και μέσα από την απόκτηση, χρήση και αποκάλυψη του απορρήτου. Από τη διατύπωση του νόμου προκύπτει ότι η ζημία θα πρέπει να έχει αιτιώδη συνάφεια με την παραβίαση του εμπορικού απορρήτου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρ.2 του αρ.22θ, όπου γίνεται αναφορά στον τρόπο καθορισμού της και υπολογισμού της πραγματικής ζημίας από το δικαστήριο. Καθώς πολλάκις δεν είναι εύκολο να μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια η απώλεια που υφίσταται μια επιχείρηση επειδή έλαβε χώρα «εισβολή» σε απόρρητες πληροφορίες της, ο νομοθέτης όρισε δυο εναλλακτικές υπολογισμού της πραγματικής ζημίας και άρα της αποζημίωσης που δικαιούται να αξιώσει ο προσβληθείς. Η πρώτη είναι οι λεγόμενες αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις από την παραβίαση, δηλαδή τα αθέμιτα κέρδη που αποκόμισε ο προσβολέας και αντίστροφα τα κέρδη που απώλεσε ο νόμιμος κάτοχος του απορρήτου από την παραβίαση αυτήν, ενώ συχνά μπορεί να συνυπολογιστεί και η ηθική βλάβη που προκλήθηκε από αυτή τη δράση, ενώ ως δεύτερη εναλλακτική προβλέπεται ο προηγούμενος τρόπος υπολογισμού αλλά αφαιρώντας από το ύψος της αποζημίωσης αυτό που θα όφειλε στον κάτοχο του εμπορικού απορρήτου ο παραβάτης εάν του είχε ζητήσει την άδεια να κάνει χρήση του απορρήτου. Η αστική έννομη προστασία του εμπορικού απορρήτου πέρα από τα άρθρα 18 του ν.146/1914 και του νέου άρθρου 22 του ν.1733/1987, παρέχεται και με βάση το άρθρο 1 του ν. 146/1914 , το οποίο αποτελεί τη γενική ρήτρα του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού και στο οποίο εντάσσεται οποιαδήποτε αθέμιτη πρακτική ως αντίθετη στα χρηστά ήθη.


Σε επίπεδο ποινικής έννομης προστασίας η τέλεση παραβιάσεων εμπορικού/βιομηχανικού απορρήτου μέσα από τις πράξεις των άρθρων 16 και 17, συνεπάγεται κατά το άρθρο 16 παρ.1 ποινή φυλάκισης 10 μέρες έως 6 μήνες ή χρηματική ποινή ή και τις δυο ποινές σωρευτικά. Η εξώθηση κάποιου να παραβιάσει απόρρητο όπως ορίζεται στο άρθρο 18 παρ.2 τιμωρείται κατά το ήμισυ των παραπάνω ποινών (δηλαδή ποινή φυλάκισης μέχρι 3 μήνες). Από εκεί και έπειτα πέρα από τους ειδικούς ποινικούς νόμους στο πλαίσιο του νόμου για τον αθέμιτο ανταγωνισμό, στον Ποινικό Κώδικα προβλέπονται αξιόποινες πράξεις που μπορεί να συρρέουν ποινικά με την τέλεση παραβίασης του εμπορικού απορρήτου, όπως παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου από υπάλληλο επιχείρησης κατά την ΠΚ 252, παραβίαση του απορρήτου των εγγράφων κατά την ΠΚ 370, παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας κατά την ΠΚ 371 καθώς και τέλεση απιστίας κατά την ΠΚ 390 παρ.1. Η συρροή της παραβίασης του εμπορικού απορρήτου με κάποιο ή κάποια από τα παραπάνω εγκλήματα του ΠΚ δεν είναι απόλυτη αλλά τις περισσότερες φορές μπορεί να συντρέξει. Επί παραδείγματι, ένας υπάλληλος επιχείρησης ο οποίος μπαίνει κρυφά σε γραφεία της επιχείρησης όπου εργάζεται και ανοίγει ένα κλειστό έγγραφο αθέμιτα με σκοπό να λάβει γνώση του περιεχομένου του εγγράφου που περιλαμβάνει απόρρητες πληροφορίες της επιχείρησης και εν συνεχεία προβαίνει σε αποκάλυψη αυτών των πληροφοριών σε ανταγωνίστρια επιχείρηση, ουσιαστικά τελεί τα αδικήματα του άρθρου 16 παρ.1 και του ΠΚ 370.


Διαπιστώνει κανείς ότι με την ενσωμάτωση της ενωσιακής Οδηγίας 943/2016 στην ελληνική έννομη τάξη και την επακόλουθη προσθήκη της διάταξης του άρθρου 22 στον ν.1733/1987 επήλθε μια αξιοσημείωτη κάλυψη νομικών ασαφειών σχετικά με το καθεστώς της αστικής έννομης προστασίας του κατόχου του εμπορικού απορρήτου συγκριτικά με το πεδίο που κάλυπτε από μόνος του ο νόμος περί αθέμιτου ανταγωνισμού (ν.146/1914). Ο ακριβέστερος προσδιορισμός της έννοιας του εμπορικού απορρήτου, της έκτασης της αστικής ευθύνης του προσβολέα καθώς και η θέσπιση ειδικού χρόνου παραγραφής είναι ορισμένες μόνο σημαντικές βελτιώσεις των νομικών κενών. Σε επίπεδο ποινικής προστασίας, αντίθετα, δεν επήλθαν αλλαγές μέσω της Οδηγίας, δεδομένου ότι το τελευταίο αναπτύσσεται επαρκώς κατά τη γνώμη μου από τις σχετικές διατάξεις του ν.146/1914.





Βιβλιογραφία

1. Μιχάλης Μαρίνος, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2015

2. Ευδοκία Κορνηλάκη, Άρθρο: Η Προστασία του Εμπορικού Απορρήτου, ιστοσελίδα Koumentakis and Associates, 2019

3. Θεόδωρος Κατσάς, Εργασία: Προστασία των Εμπορικών και Βιομηχανικών Απορρήτων, ιστοσελίδα της Νομικής ΔΠΘ,

4. ΑΠ 1717/2013