Η νομική φύση της έγκλησης

Της Ειρήνης Φ. Νάνου, Φοιτήτριας Νομικής, ΑΠΘ


Η έγκληση αποτελεί θεσμό του ουσιαστικού ή του δικονομικού δικαίου;


Έγκληση είναι η μήνυση που ασκείται από τον ίδιο τον παθόντα, ανεξαρτήτως του αν το έγκλημα διώκεται αυτεπάγγελτα ή κατ΄έγκληση του παθόντος, σε αντίθεση με τη μήνυση που μπορεί να υποβληθεί από τρίτο άτομο. Σκοπός της είναι η ποινική δίωξη μιας αξιόποινης πράξης μετά από καταγγελία του αμέσως παθούντος ή ζημιωθέντος, υποβάλλοντας τη σχετική έγκληση ενώπιον της αρμόδιας αρχής. Μαζί με την έγκληση, ο εγκαλών οφείλει να υποβάλει και όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων με τον τύπο της ένορκης βεβαίωσης. Κατ΄εξαίρεση από την αρχή της αυτεπάγγελτης δίωξης εγκλημάτων (άρ.36 ΚΠΔ), ορισμένα εγκλήματα διώκονται μόνο κατ΄έγκληση, δηλαδή μόνο εφόσον ο παθών από το έγκλημα ζητήσει την εν λόγω δίωξη (άρ.118 ΠΚ).


Το ζήτημα της νομικής φύσης της εγκλήσεως έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση στον χώρο της επιστήμης. Και τούτο διότι, κατά μια άποψη, η έγκληση αποτελεί θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, καθώς η έλλειψή της οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου. Κατά μια άλλη άποψη, η έγκληση αποτελεί θεσμό του δικονομικού δικαίου, καθώς η υποβολή της συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την έναρξη της ποινικής διώξεως.


Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την ουσιαστική θεωρία, η έγκληση αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση της ποινής, προϋπόθεση του τιμωρητού ορισμένων εγκλημάτων κι ως τέτοια ανήκει στο χώρο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Αντίθετα, σύμφωνα με τη δικονομική θεωρία, η έγκληση εντάσσεται στους θεσμούς του δικονομικού δικαίου, και λογίζεται ως αμιγώς δικονομική προϋπόθεση.


Ωστόσο σήμερα, τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία, φαίνεται να προκρίνεται μια μικτή θεωρία, σύμφωνα με την οποία η έγκληση υπάγεται τόσο στον χώρο του ουσιαστικού όσο και σε αυτόν του δικονομικού δικαίου.


Ειδικότερα, στον χώρο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, εντάσσονται όλες οι διατάξεις με τις οποίες θεμελιώνεται ή καταργείται οριστικά το αξιόποινο, ενώ στο δικονομικό δίκαιο εντάσσεται η προσωρινή έλλειψη της εγκλήσεως, η οποία αποτελεί ουσιώδες κώλυμα, εμποδίζοντας την έναρξη της ποινικής διαδικασίας, χωρίς όμως να επηρεάζει τον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης.


Αυτή η τρίτη θεωρία για τον μικτό χαρακτήρα της εγκλήσεως είναι και η κρατούσα στη ελληνική νομολογία (ενδεικ. απόφ. 772/2020, 280/2019, 127/2016) και αποφαίνεται ως εξής: Η έγκληση συνδέεται, όχι μόνο με την αξίωση της Πολιτείας για την επιβολή ποινής, αλλά και με το δικαίωμα για έγερση της ποινικής αγωγής και εντεύθεν, έχει μικτό νομικό χαρακτήρα. Συνεπώς, η έγκληση αποτελεί αφενός θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, διότι η παραμέληση υποβολής της εντός της σχετικής τρίμηνης προθεσμίας (άρ.114 ΠΚ), ή μη νομότυπη άσκηση αυτής, οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης, αφετέρου δε συνιστά και δικονομικό θεσμό, διότι αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση για την έγκαιρη γένεση της ποινικής δίκης.


Αλλά και αυτή καθαυτή η διάταξη του άρ. 46 ΚΠΔ έχει κριθεί από τη νομολογία ως διάταξη έχουσα διπλή ιδιότητα, και ουσιαστική και δικονομική. Άρα, εφόσον η υποβολή της έγκλησης είναι προϋπόθεση για την κίνηση της ποινικής δίωξης, η προσωρινή της έλλειψη συνιστά αναμφίβολα δικονομικό εμπόδιο και με αυτή την έννοια εντάσσεται στο δικονομικό δίκαιο. Όταν όμως η έλλειψη αυτή είναι οριστική, και οδηγεί, έτσι, στην εξάλειψη του αξιόποινου χαρακτήρα της πράξης, τότε βρισκόμαστε πια στον χώρο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου.


Αυτή, λοιπόν, η μικτή φύσης της έγκλησης επιδρά στην εφαρμογή, ή μη, των αρχών του ουσιαστικού δικαίου, όπως η αρχή της αναδρομικής ισχύος ευμενέστερου νόμου. Η εφαρμογή του άρ.2 ΠΚ είναι δεσμευτική. Με δεδομένο ότι η κατ΄έγκληση δίωξη θεωρείται γενικά ευμενέστερη, η διάταξη που μετατρέπει μια αυτεπάγγελτη δίωξη σε κατ΄έγκληση θεωρείται κατ΄αρχήν ευμενέστερη. Αυτό όμως ισχύει μόνο κατ΄αρχήν, καθώς η κρίση μας πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση εξατομικευμένη.







Βιβλιογραφία

● Πηγή φωτογραφίας: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΘΑΡΡΟΣ. (2022). “Η Νομική της Πάτρας…” [online], ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΘΑΡΡΟΣ, Διαθέσιμο στο: https://www.tharrosnews.gr/2019/07/%CE%B7-%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%AC%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%82/ [Πρόσβαση:13/02/2022].

● Areiospagos.gr. (2020). “Απόφαση 772 / 2020” [online], Areiospagos.gr, Διαθέσιμο στο:http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=7ZSDC28A2V4UU917ZNRM1NHIJ107WS [Πρόσβαση 13/02/2022].

● Loukadounos Law Firm (2021). “Η Μεταβατική Διάταξη του άρθρου 590 παρ. 1 εδαφ. γ΄ ΚΠΔ. Ζητήματα Διαχρονικού Δικαίου και αναδρομικής εφαρμογής Ποινικών Δικονομικών Διατάξεων.” [online], Διαθέσιμο στο: https://loukadounoslawfirm.gr/%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%AC%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%BF%CF%85-590-%CF%80%CE%B1%CF%81-1-%CE%B5/ [Πρόσβαση 13/02/2022].

● Areiospagos.gr. (2019) “Απόφαση 280 / 2019” [online], Areiospagos.gr, Διαθέσιμο στο:http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=CGVDRFKPRMOJ0SHB8PBH6V4B0LM5V7 [Πρόσβαση 13/02/2022].

● Areiospagos.gr. (2016) “Απόφαση 127 / 2016” [online] Areiospagos.gr, Διαθέσιμο στο:http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=629JW79OAO2TID3FMG2CSMO4R0UYKU [Πρόσβαση 13/02/2022].

● Μανωλεδάκης, Ι., (2005). Ποινικό Δίκαιο. 7η έκδοση, Π.Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ.

● Μπιτζιλέκης, Ν., Καϊάφα-Γκμπάντι, Μ., Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ε., (2020). Δίκαιο των Ποινικών Κυρώσεων. 3η έκδοση, ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ.