Η προβληματική της αποποινικοποίησης – ή μη – της απλής χρήσης ναρκωτικών.

Της Πέτσου Αναστασίας, προπτυχιακής φοιτήτριας Νομικής Σχολής ΑΠΘ



Η διάδοση των εξαρτησιογόνων ουσιών οξύνεται με δραματικούς ρυθμούς στις σύγχρονες κοινωνίες, προκαλώντας εκτός από ψυχική και σωματική εξάρτηση, εμπλοκή σε παράνομες συμπεριφορές. Τα ναρκωτικά κάνουν την εμφάνιση τους ήδη από τα πανάρχαια χρόνια ενώ η προσπάθεια ποινικοποίησης τους τοποθετείται περί τις αρχές του 20ού αιώνα. Οι διάφορες νομοθετικές ρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν κατά την διάρκεια των χρόνων, δεν μετέβαλλαν ουσιαστικά την διάδοση τους με αποτέλεσμα την αδήριτη ανάγκη καταπολέμησης τους , η οποία οδήγησε στη θέσπιση του ισχύοντος πλέον νόμου 4139/2013 περί εξαρτησιογόνων ουσιών.


Αρχικά, διακρίνονται δύο κατηγορίες που αφορούν τα ναρκωτικά, η διακίνηση αφενός και η χρήση με τις προπαρασκευαστικές της πράξεις αφετέρου. Ειδικότερα ως προς την τελευταία, ο νομοθέτης στο άρθρο 29 και 30 π.4 μεταχειρίζεται διαφορετικά τον εξαρτημένο χρήστη αφήνοντας τον ατιμώρητο, ενώ ως προς τον μη εξαρτημένο του επιβάλλει ποινή που μπορεί να φτάσει το ανώτερο έως 5 μήνες, η οποία όμως είναι δυνατό να μην του επιβληθεί αν η χρήση κριθεί περιστασιακή. Η χρήση, βέβαια, των ναρκωτικών αποτελεί έναν μηχανισμό αυτορρύθμισης και ταυτόχρονα αυτοδιακινδύνευσης και έτσι γεννάται το ζήτημα του επιτρεπτού της ποινικοποίησης αφού το ποινικό μας δίκαιο θεωρεί αξιόποινες μόνο τις «δράσεις προς έτερο» .


Η επιλογή αυτή του νομοθέτη να τιμωρεί την απλή χρήση ουσιών οδηγεί στο συμπέρασμα πως είναι τελικά αξιόποινες οι αυτόβουλες πράξεις. Οι υποστηρικτές της ποινικοποίησης έχουν αντιτάξει πως κρίνεται αναγκαία η επιβολή της ιδιαίτερα χαμηλής αυτής ποινής καθώς μια ex lege αποποινικοποίηση θα μπορούσε να συνδεθεί με την νομιμοποίηση της κυκλοφορίας τους, την εμπορευματοποίηση τους και την ανάδυση της τοξικομανίας. Άλλωστε το ύψος αυτής της ποινής δικαιολογείται από την κατασταλτική αντιμετώπιση από τον νομοθέτη της χρήσης και επιβεβαιώνεται από την γενική και ειδική πρόληψη αυτής. Βέβαια, η χρήση δεν προσβάλλει μόνο την υγεία του ίδιου του δράστη αλλά και τη δημόσια, καθώς οι χρήστες προβαίνουν σε εγκληματικές ενέργειες εξαιτίας του χαμηλού καταλογισμού τους ενώ η χρησιμοποίηση συριγγών αποτελεί εστία μετάδοσης πολλών άλλων ασθενειών. Τέλος, είναι σημαντικό να επισημανθεί πως η χρήση τις περισσότερες φορές οδηγεί σε διακίνηση αφού ο τοξικομανής στρέφεται στη διακίνηση ουσιών προκειμένου να εξασφαλίσει την επόμενη δόση του.


Οι παραπάνω ισχυρισμοί επικρίθηκαν ιδιαίτερα από τους υποστηρικτές της αποποινικοποίησης, οι οποίοι αντιτάσσουν πως η επιβολή ποινών καταπατά στοιχειώδη συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των ανθρώπων. Καταρχάς, σύμφωνα με το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, ο καθένας είναι ελεύθερος να διαμορφώνει την υπόσταση του όπως ο ίδιος επιθυμεί ακόμα και αν οι πράξεις του επιφέρουν κίνδυνο της υγείας του. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ποινικού Κώδικα και του 7 του Συντάγματος, για την τιμώρηση του δράστη απαιτείται μία πράξη η οποία επιφέρει μεταβολή στο κοινωνικό περιβάλλον. Είναι σαφές πως ο όρος αυτός δεν περιλαμβάνει και τις αυτοπροσβολές και έτσι μένουν εκτός ποινικού κολασμού πράξεις όπως η απόπειρα αυτοκτονίας και ο αυτοτραυματισμός. Γι αυτό τον λόγο άλλωστε, δεν είναι ποινικά κολάσιμη η χρήση αλκοόλ ή νικοτίνης που είναι εξίσου επιβλαβής. Βέβαια, ο νομοθέτης παραβλέπει να διακρίνει τα ναρκωτικά σε μαλακά και βαριά γεγονός που προσκρούει στο άρθρο 25 του Συντάγματος και την αρχή της αναλογικότητας, καθώς θα έπρεπε η κάθε κατηγορία να έχει διαφορετική μεταχείριση. Καταλήγοντας, η ειδικοπροληπτική τακτική που ακολουθεί το σύστημα μας, επιδεινώνει την ήδη αυξανόμενη έξαρση της διάδοσης των ουσιών ενώ παρατηρείται πως με την επιβολή ποινών και των εγκλεισμό των εξαρτημένων εισάγονται μεγάλες ποσότητες ουσιών εντός της φυλακής ενώ έχει διαπιστωθεί πως ένα ποσοστό έως 56% έχει κάνει χρήση μέσα στη φυλακή.


Εν κατακλείδι, παρά την διαφωνία σχετικά με το θεμιτό της ποινικοποίησης, ο ισχύων νόμος υιοθετεί μια ήπια ποινή για τον μη εξαρτημένο χρήστη η οποία είναι περισσότερο συμβολική καθώς είναι και μετατρέψιμη χρηματική οδηγώντας σε μία de facto αποποινικοποίηση. Αντιθέτως, ο εθισμένος αντιμετωπίζεται περισσότερο σαν ασθενής παρά σαν εγκληματίας από τον νομοθέτη εξ’ού και η ex lege ατιμωρησία του. Τέλος, η στροφή του ποινικού νομοθέτη ως προς την συμβολική μόνο ποινικοποίηση οφείλεται στην προληπτική αποτελεσματικότητα που υιοθετεί το ποινικό μας δίκαιο χωρίς βέβαια να έχει, μέχρι στιγμής, λειτουργήσει αντεγκληματικά κατά της διάδοσης.