Η ακάλυπτη επιταγή

Γράφει ο Άρης Σηφάκης, απόφοιτος Νομικής Σχολής ΔΠΘ


Στη σύγχρονη εποχή των διεθνών συναλλαγών, η χρήση των αξιογράφων αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία, με ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά αξιόγραφα να είναι η επιταγή. Το συγκεκριμένο αξιόγραφο διέπεται από τον νόμο 5960/1933. Αρχικά η επιταγή είναι ένα αξιόγραφο με τη στενή έννοια, γεννημένο εις διαταγή που όμως μπορεί να μετατραπεί τόσο σε ονομαστικό όσο και εις τον κομιστή με τις ανάλογες διατυπώσεις κατά το άρθρο 5 του ν.5960/1933, ενώ επίσης διέπεται από τις αρχές της τυπικότητας, της γραμματοπάγειας και της αυτοτέλειας των υπογραφών. Ομοιάζει, επομένως, σε μεγάλο βαθμό με τη συναλλαγματική, διατηρώντας παρόλα αυτά σημαντικές διαφορές από αυτήν. Η πιο βασική διαφορά στη χρήση τους είναι πως η συναλλαγματική λειτουργεί ως μέσον παροχής πιστώσεως, ενώ η επιταγή καταρχήν ως μέσον πληρωμής . Όπως και η συναλλαγματική, έτσι και η επιταγή διέπεται από την εκταξιακή/τριτοπρόσωπη έννομη σχέση. Ο εκδότης της παρέχει αφενός εξουσιοδότηση προς τον πληρωτή, που μπορεί να είναι μόνο τράπεζα ή νομικό πρόσωπο που ασκεί τραπεζικές δραστηριότητες (άρθρα 3 και 54 ν.5960/1933), να πληρώσει το ποσό που ορίζεται στην επιταγή στον κομιστή αυτής, αφετέρου εξουσιοδοτεί τον τελευταίο να πάει να εισπράξει το εν λόγω ποσό από την τράπεζα. Η πληρωμή της επιταγής γίνεται μέσα από τη χρήση κεφαλαίων του εκδότη που έχουν κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό που έχει στην πληρώτρια τράπεζα.


Ωστόσο, τι συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία, ενώ ο εκάστοτε κομιστής της επιταγής εμφανίσει την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα και δεν εισπράξει το οφειλόμενο από τον εκδότη ποσό επειδή ο τελευταίος δεν διαθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό τα σχετικά κεφάλαια; πχ το ποσό της επιταγής είναι 5.000 ευρώ και ο εκδότης έχει στο λογαριασμό της συγκεκριμένης τράπεζας 1500 ευρώ. Εδώ γίνεται λόγος, λοιπόν, για το φαινόμενο της ακάλυπτης επιταγής. Συγκεκριμένα μια επιταγή θεωρείται ακάλυπτη υπό τις εξής προϋποθέσεις σωρευτικά: (1) Ο εκδότης της επιταγής δεν διέθετε τα ανάλογα κεφάλαια στην τράπεζα είτε κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής είτε κατά το χρόνο πληρωμής της όπως διατυπώνεται από το άρθρο 79 παρ.1 (2) Υπογραφή του εκδότη στο σώμα της επιταγής χωρίς να ενδιαφέρει το εάν δρα για λογαριασμό του ή εκπροσωπώντας κάποια εταιρία ή πρόσωπο βάσει της ΑΠ 393/2015 (3) Κατά την πάγια νομολογία, ο κομιστής να εμφάνισε την επιταγή εντός της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας όπως ορίζει το άρθρο 29. (4) Η επιταγή να είναι τυπικά έγκυρη, αυτό σημαίνει να πληροί τα ουσιώδη στοιχεία του άρθρου 1 (ΑΠ 1009/2009). Η νομολογία θεωρεί πως συντρέχει περίπτωση ακάλυπτης επιταγής ως περίπτωση μη-διαθέσιμων κεφαλαίων και όταν ο εκδότης ανακάλεσε την επιταγή άκαιρα δηλαδή πριν παρέλθει η προθεσμία εμφάνισης της επιταγής από τον κομιστή στην τράπεζα κατά παράβαση του άρθρου 32 παρ.1 και έτσι η πληρώτρια τράπεζα αρνηθεί να καταβάλλει στον κομιστή το σχετικό ποσό κατ’ εντολή του εκδότη-πελάτη της. Στην περίπτωση περιέλευσης του εκδότη σε καθεστώς πτωχευτικής απαλλοτρίωσης λόγω της κήρυξης του σε πτώχευση, έχει κριθεί επίσης νομολογιακά πως υφίσταται ακάλυπτη επιταγή. Η έκδοση ακάλυπτης επιταγής επιφέρει ποινικές και αστικές κυρώσεις προς τον εκδότη. Οι συνέπειες αυτές ωστόσο επέρχονται όταν η πληρώτρια τράπεζα αρνηθεί να εξοφλήσει την επιταγή, με την άρνηση αυτή να βεβαιώνεται δια της σφραγίσεως της επιταγής είτε στο σώμα της επιταγής είτε σε άλλο έγγραφο είτε δια διαμαρτυρικού, καθώς υπάρχει και η δυνατότητα να καταβάλλει το ποσό ολόκληρο αλλά κάνοντας χρήση και δικών της κεφαλαίων, χρεώνοντας ταυτόχρονα τον εκδότη, με την επιταγή όμως να βρίσκεται σε πλήρη ισχύ. Αν αρνηθεί την εξόφληση η τράπεζα, οι συνέπειες της ακάλυπτης επιταγής προς τον εκδότη είναι οι εξής:


Ποινικές συνέπειες: Η έκδοση ακάλυπτης επιταγής βάσει του άρθρου 79 παρ.1 συνιστά ποινικό αδίκημα σε βαθμό πλημμελήματος με ποινή φυλάκισης 3 μήνες έως 5 έτη και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, εάν κριθεί από το δικαστήριο πως ο εκδότης προβαίνει σε έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή από τις περιστάσεις τέλεσης της εν λόγω πράξης προκύπτει κατά την κρίση του δικαστηρίου ότι ο δράστης είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνος, τότε επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 έτος έως 5 έτη. Όροι της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος είναι οι παραπάνω τέσσερις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν και που συγκροτούν τον ακάλυπτο χαρακτήρα της επιταγής σωρευτικά, ενώ για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος βάσει της αποφάσεως 393/2015 του Ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου αρκεί τουλάχιστον ενδεχόμενος δόλος του εκδότη. Δίωξη μπορεί να γίνει μόνο μετά από υποβολή εγκλήσεως από τον κομιστή εντός 3 μηνών από τότε που έλαβε πλήρη γνώση της τέλεσης της αξιόποινης πράξης και του δράστη, ή από τον εξ αναγωγής υπόχρεο (οπισθογράφο της επιταγής) κατά του οποίου στράφηκε ο κομιστής για να εισπράξει το ποσό και εκείνος πλήρωσε και έτσι είναι πλέον αυτός ο κομιστής (άρθρο 79 παρ.5 και ΑΠ 23/2007). Η ποινική δίωξη κατά του εκδότη γίνεται με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, άρα επιδίδοντας του κλητήριο θέσπισμα (ΚΠΔ 321) και χωρίς προανάκριση (άρθρο 79 παρ.4). Το αξιόποινο της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής εξαλείφεται κατά την παρ.3, αν και εφόσον ο εκδότης αποζημιώσει πλήρως τον κομιστή, άρα η τυχόν ασκηθείσα ποινική δίωξη θα οδηγηθεί σε οριστική παύση, δίχως ωστόσο η δυνατότητα αυτή να εφαρμόζεται στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής υπό τους όρους της παρ.2. Η έννοια της πλήρους αποζημίωσης βάσει της ΑΠ 1606/2006 συνίσταται τόσο στην εξόφληση του ποσού της επιταγής όσο και στην αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημίας που προκλήθηκε στον δανειστή/κομιστή από την καθυστερημένη εξόφληση της επιταγής. Το έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής δεν διέπεται από κάποια ειδικότερη ρύθμιση σε σχέση με την παραγραφή της πράξης, άρα παραγράφεται το αξιόποινο (και όχι η απαίτηση) 5 έτη από το χρόνο μη-πληρωμής του κομιστή κατά το άρθρο 112 του ΠΚ.


Αστικές συνέπειες: Σε επίπεδο αστικής ευθύνης γίνεται δεκτό πως υφίσταται συρροή αξιώσεων, της συμβατικής αξίωσης αναγωγικού δικαιώματος όπως προβλέπεται από το άρθρο 45 του νόμου περί επιταγών (ν.5960/1933) και της αδικοπρακτικής κατά το άρθρο 79 παρ.5 εδ.β’ που παραπέμπει στο ΑΚ914. Ο δικαιούχος κατά την κρατούσα άποψη μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε αξίωση επιθυμεί, παρότι υποστηρίζεται και η άποψη ότι μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο από τη συμβατική αξίωση και όχι την αδικοπρακτική. Πάντως η ικανοποίηση μέσω της μιας αξίωσης οδηγεί σε απόσβεση της άλλης (Μον.Πρωτ.Πειραιά 3402/2019 και ΕφΑθ 6286/2000). Αναλυτικά με την αξίωση του άρθρου 45 ο δικαιούχος απαιτεί από τον εναγόμενο: (1) το ποσό της επιταγής (2) τους τόκους βάσει του ισχύοντος νόμιμου επιτοκίου στην Ελλάδα από το χρόνο εμφάνισης της επιταγής (σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ζητηθεί συμβατικός τόκος, καθώς οποιαδήποτε ρήτρα στην επιταγή περί τόκου θεωρείται ως μη-γεγραμμένη κατά το άρθρο 7) (3) λοιπά έξοδα πχ για σύνταξη διαμαρτυρικού, ειδοποιήσεις κλπ. Από την άλλη, με την αδικοπρακτική αγωγή (ΑΚ914), ο δικαιούχος ενάγων μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση ισόποση με το ποσό της επιταγής καταρχήν, ενώ μπορεί να αξιώσει και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθική βλάβης (ΑΚ932) βάσει της απόφασης 3402/2019 του Μον.Πρωτ.Πειραιά, αλλά και για οποιαδήποτε περαιτέρω ζημία. Από εκεί και έπειτα το σε ποια νομική βάση κρίνεται περισσότερο σκόπιμο και αποτελεσματικό να στηρίξει ο ενάγων την αγωγή του, είναι ζήτημα του σε ποια νομική βάση του είναι ευκολότερο να στηρίξει τα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά μέσα που έχει στην κατοχή του, προκειμένου να ικανοποιήσει το αίτημα του.






ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Νικόλαος Ρόκας, Αξιόγραφα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2018, σελ. 138, 142, 153-156

  • Γιώργος Ψαράκης, Το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και οι πιθανοί αμυντικοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, ιστοσελίδα Taxheaven, 2021

  • Επιταγή (άρθρο), ιστοσελίδα Greek Law, 2021

  • Απόφαση του Αρείου Πάγου 393/2015 (Ποινικό Τμήμα), 23/2007, 1009/2009 (Ποινικό Τμήμα), 1606/2006

  • Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά 3402/2019

  • Απόφαση Εφετείου Θεσσαλονίκης 6286/2000