Κλιματική αλλαγή: ποια είναι η οπτική της Ευρώπης;

Γκόνη Γ. Παναγιώτα, Δικηγόρος, Υποψήφια Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πελοποννήσου



Κυκλική οικονομία

Η ΕΕ οικοδομήθηκε στην επιθυμία των αρχικώς συμμετεχόντων κρατών να περιορίσουν τις εχθροπραξίες αλλά και στην ανάγκη τους να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την αναδυόμενη δύναμη, την Σοβιετική Ένωση. Έτσι, το σημερινό suisgeneris μόρφωμα, αποτελεί το τελικό δημιούργημα προηγούμενων συνθηκολογήσεων: η ΕΚΑΧ, η ΕΥΡΑΤΟΜ, η ΕΟΚ, η ΣΕΚ, η Συνθήκη του Άμστερνταμ, η Συνθήκη της Νίκαιας και της Λισαβόνας, αλλά και η πρώτη αποχώρηση κράτους (της Μεγάλης Βρετανίας) είναι μερικά από τα στάδια από τα οποία διήλθε η ΕΕ για να φτάσει το σημερινό επίπεδο ένωσης, οργάνωσης, πολιτικής και οικονομικής αλληλεξάρτησης. Αρχικά λοιπόν, κατά τις πρώτες ενωτικές προσπάθειες, οι ρυθμιστικές προβλέψεις και το θεσμικό πλαίσιο για την προστασία του περιβάλλοντος ήταν χλιαρά. Έως και την Συνθήκη της Ρώμης, ομολογουμένως απουσίαζε οποιαδήποτε νομική βάση για την ανάπτυξη μιας ουσιαστικής Περιβαλλοντικής Πολιτικής. Ως αφετηρία για μία πιο ενεργή περιβαλλοντική δράση, θεωρείται η Συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη στην Στοκχόλμη το 1973, αμέσως μετά από την οποία εγκρίθηκε το Πρώτο Πρόγραμμα Δράσης για το Περιβάλλον. Από τότε έως και σήμερα έχουν εκδοθεί επτά ακόμη σχετικά μακροχρόνια περιβαλλοντικά προγράμματα, τα οποία έχουν συμβάλλει τα μέγιστα στην διαμόρφωση της σημερινής περιβαλλοντικής πολιτικής.


Κατά τα τέλη του Έβδομου Προγράμματος Δράσης για το Περιβάλλον, το 2019, το ΕΚ κήρυξε κατάσταση έκτακτης κλιματικής ανάγκης, καλώντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να δράσει. Η τελευταία παρουσίασε την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, η οποία έχει ως στόχο την μετάβαση σε μία κλιματικά ουδέτερη Ευρώπη έως το 2050. Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία προβλέπει αφενός την ίδρυση ενός Μηχανισμού Δίκαιης Μετάβασης, ο οποίος θα παρέχει στήριξη και αφετέρου προτείνει την οικονομική ενίσχυση των κρατών τα οποία εξαρτώνται περισσότερο από ορυκτά. Αναπόσπαστο δε τμήμα της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας αποτελεί και ο περιορισμός των εκπομπών. Πολλοί ευρωβουλευτές δε, έχουν θέσει σε συζήτηση την κατάργηση των άμεσων κι έμμεσων επιδοτήσεων προς τα ορυκτά καύσιμα.[1] Το Όγδοο λοιπόν, Πρόγραμμα Δράσης για το Περιβάλλον το οποίο εκδόθηκε το 2020 με ορίζοντα το 2030 αποσκοπεί στην επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης με τρόπο δίκαιο και χωρίς αποκλεισμούς και τονίζει την ανάγκη δράσης των τοπικών και περιφερειακών αρχών σε όλα τα κράτη μέλη, λόγω των, πρωτοφανούς έντασης, περιβαλλοντικών προκλήσεων.


Όλα τα ανωτέρω συμβαδίζουν με το Σχέδιο Δράσης για την μετάβαση σε μία κυκλική οικονομία. Η ΕΕ τα τελευταία χρόνια έχει εκκινήσει μία νέα εκστρατεία αντικατάστασης της γραμμικής οικονομίας (αγοράζω-χρησιμοποιώ-πετάω) με μία κυκλική οικονομία (αγοράζω-χρησιμοποιώ-ανακυκλώνω, επαναχρησιμοποιώ, επιδιορθώνω, ανακατασκευάζω, συλλέγω-χρησιμοποιώ). Το γραμμικό μοντέλο αγοράζω-χρησιμοποιώ-πετάω, οδηγεί σε υπερβολική χρήση πλαστικών και μη αποδομήσιμων υλικών. Γι αυτό, το 2015 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε κι ενέκρινε ένα Σχέδιο Δράσης της ΕΕ για να στηρίξει την μετάβαση προς μια κυκλική οικονομία, την τόνωση της ανταγωνιστικότητας και την προώθηση της παγκόσμιας οικονομίας[2], στο οποίο αναφέρεται πως τα «βιώσιμα» πλαστικά είναι βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της Ευρώπης. Το 2020 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε νέο Σχέδιο Δράσης για την κυκλική οικονομία, το οποίο θα συμφωνεί και θα συμβαδίζει με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία. Τα κράτη μέλη οφείλουν να ενσωματώνουν τους ευρωπαϊκούς περιβαλλοντικούς και κλιματικούς στόχους στο εθνικό σχέδιο δράσης τους. Αντιστοίχως, η Ελλάδα υιοθέτησε την εθνική στρατηγική για την κυκλική οικονομία το 2018 και εξέδωσε εθνικά σχέδια δράσης, τα οποία σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, επιβλέπονται κι ελέγχονται ανά διετία. Έτσι την περίοδο 2018-2019, κατά το πρώτο εθνικό σχέδιο δράσης, η χώρα μας δεν κατάφερε να πετύχει τους στόχους για την δημιουργία μίας κυκλικής οικονομίας. Τα επόμενα Εθνικά Σχέδια Δράσης της χώρας μας προέβλεπαν βιώσιμη κατανάλωση, λιγότερα απόβλητα, οριζόντιες δράσεις, ειδικές δράσεις για προϊόντα που πρέπει να αντιμετωπιστούν κατά προτεραιότητα και μια εν γένει βιώσιμη παραγωγή και βιομηχανική πολιτική.


Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

Η εκστρατεία για την στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την μείωση της χρήσης των ορυκτών τοποθετείται στην αυγή του 21ου αιώνα, όταν η ΕΕ εξέδωσε την Οδηγία 2001/77/ΕΚ με την οποία στόχευε στην προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο τμήμα της ηλεκτρικής ενέργειας. Επρόκειτο για το πρώτο βήμα, κι έμελλε να ακολουθήσουν πολλά ακόμη. Στην χώρα μας, η αγορά πετρελαιοειδών ρυθμιζόταν, στις αρχές του 21ου αιώνα, από τον Ν3054/2002 (ο οποίος αντικαταστήθηκε στην πορεία από τον Ν3335/2005). Σύμφωνα με αυτόν τον Νόμο, υπήρξε στην χώρα μας η υποχρέωση ανάμειξης του πετρελαίου κίνησης με ποσότητα βιοντίζελ.


Η Οδηγία 2003/30/ΕΚ σχετικά με την προώθηση της χρήσης βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων στόχευε στην προώθηση αυτής της κατηγορίας καυσίμων, τα οποία παράγονται από αγροτικές και άλλες πρώτες ύλες, με στόχο την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αντικατάσταση του πετρελαίου και της βενζίνης. Ήδη, πριν το 2003 η Λευκή Βίβλος της Επιτροπής «Η ευρωπαϊκή πολιτική μεταφορών με ορίζοντα το έτος 2010: η ώρα των επιλογών» σύστηνε μείωση της χρήσης του πετρελαίου στον τομέα των μεταφορών προκειμένου να υπάρχει σχετική συμμόρφωση προς την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων, τις εκπομπές των οχημάτων και την ποιότητα του αέρα. Η παραγωγή βιοκαυσίμων, σύμφωνα με το αιτιολογικό του Κανονισμού της ΕΕ στόχευε επίσης στον περιορισμό της εξάρτησης της ΕΕ από την εισαγόμενη ενέργεια. Η Οδηγία αυτή, υπήρξε μία εισαγωγική προώθηση της χρήσης βιοκαυσίμων, καθώς η ΕΕ στόχευε στην ευρύτερη εφαρμογή ανανεώσιμων πηγών σε μελλοντικό στάδιο. Σημαντική εισαγωγή της Οδηγίας αυτής, η οποία υπήρξε θα λέγαμε πρωτοποριακή για τα δεδομένα της εποχής, ήταν να θέσει έναν ελάχιστους εθνικούς στόχους. Οριζόταν δηλαδή πως τα κράτη μέλη θα διασφαλίσουν πως θα υπάρχει μια ελάχιστη αναλογία βιοκαυσίμων, διαθέσιμη στις αγορές τους. Ο νόμος 3423/2005 («Εισαγωγή στην ελληνική αγορά των βιοκαυσίμων και των άλλων ανανεώσιμων καυσίμων»), ενσωματώνει στην ελληνική νομοθεσία την Οδηγία 2003/30/ΕΚ και τροποποιεί τους προηγούμενους Ν2773/1999 και Ν3054/2002. Ο νόμος αυτός καθορίζει βασικά σημεία του καθεστώτος των βιοκαυσίμων στην Ελλάδα, όπως η παραγωγή, διάθεση, εισαγωγή κι εμπορία βιοκαυσίμων, η λειτουργία των μονάδων παραγωγής, η άδεια διάθεσης καυσίμων, το πρόγραμμα κατανομής ποσοτήτων αυτούσιων βιοκαυσίμων. Η Οδηγία έθετε ως ενδεικτικούς τους στόχους ανάμειξης βιοντίζελ με πετρέλαιο κίνησης, το 2% έως το 2006 και το 5,75% έως το 2010. Στα περισσότερα κράτη, με εξαίρεση την Γερμανία και την Σουηδία, ο στόχος του 2% δεν επιτεύχθηκε. Στην χώρα μας τέθηκαν οι εξής στόχοι ανάμειξης βιοντίζελ με πετρέλαιο κίνησης: στο τέλος του 2005 ποσοστό 2,5%, το οποίο σύντομα ανήλθε σε 4,5%, και το 2010 έφτασε το 6,5%. Οι στόχοι αυτοί ήταν αρκετά απαιτητικοί αν σκεφτούμε ότι μόλις το 2013, εισήχθη στην Ελλάδα καύσιμο το οποίο ήταν αναμειγμένο με βιοντίζελ σε ποσοστό 7%. Για να γίνει δε, πιο εύκολη η μετάβαση προς τα βιοκαύσιμα, εισήχθησαν κίνητρα φοροαπαλλαγής τα οποία τα επόμενα έτη, τα οποία αύξησαν την χρήση βιοκαυσίμων σε ικανοποιητικό επίπεδο. Αυτού του είδους τις φοροαπαλλαγές τις μεταχειρίζεται ακόμη και σήμερα η ΕΕ προκειμένου να καταστήσει πιο εύκολη την υιοθέτηση ενός νέου Κανονισμού ή μίας νέας Οδηγίας.


Λίγα δε, χρόνια αργότερα εκδόθηκε η οδηγία 2009/28/ΕΚ (γνωστή και ως RED-Renewable Energy Derivative), η οποία καταργεί την προηγούμενη Οδηγία (2003/30/ΕΚ), και η οποία εισάγει ένα σύστημα πιστοποίησης της αειφορίας των βιοκαυσίμων που παράγονται εντός ΕΕ. Διατηρεί δε, όπως και η προηγούμενη Οδηγία, την υποχρέωση συμμετοχής της ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην τελική κατανάλωση ενέργειας, κατά ένα ποσοστό τουλάχιστον 10% έως το 2020.


Να σημειωθεί δε πως μέχρι και το 2012, δεν είχε ενσωματωθεί η ως άνω Οδηγία στο ελληνικό δίκαιο. Με τον νόμο 4062/2012 ενσωματώθηκε η ως άνω Οδηγία, η 2009/20/ΕΚ, με την ιδιότητα της καταργούσας την Οδηγία 2003/30/ΕΚ. Η Ελλάδα έχει δυστυχώς, καθυστερήσει πολλάκις την ενσωμάτωση Οδηγιών της ΕΕ, με αποτέλεσμα να της επιβάλλονται πρόστιμα, για την αμέλειά της αυτή. Η χαμηλή οικολογική συνείδηση της χώρας μας αποδεικνύεται και στα πρόστιμα τα οποία της έχουν καταλογισθεί ή στα οποία απειλούνται να της καταλογισθούν για απόβλητα από ανεγξέλεκτες χωματερές, για την κακή διαχείριση αστικών λυμάτων, την ανεπαρκή επεξεργασία λυμάτων, κ.λπ.


Τον δε Δεκέμβριο του 2018, ψηφίσθηκε και αποφασίσθηκε η Οδηγία 2018/2001/ΕΕ για την τροποποίηση της RED-Ι (2009/28/EK), έτσι ώστε να τεθούν νέοι ενεργειακοί στόχοι για τα έτη μετά το 2020, αλλά και να συμφωνεί με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, με το Σχέδιο Δράσης για την Ευρωπαϊκή Κυκλική Οικονομία και με την Συμφωνία του Παρισιού. Ο νέος στόχος που θέτει η νέα Οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αγγίζει το 32% έως το 2030, διατηρείται δε η υποχρέωση των κρατών μελών να ορίσουν δεκαετές εθνικό σχέδιο δράσης του οποίου τα αποτελέσματα θα παρουσιάζουν ανά διετία, όπως επίσης διατηρείται και ο παρεμβατικός ρόλος της Επιτροπής όταν κρίνει ότι δεν πληρούνται οι στόχοι από τα κράτη. Η δε Επιτροπή δημοσίευσε μία δέσμη νομοθετικών μέτρων που αφορούν την μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, αύξησης του ποσοστού ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αύξησης των βιοκαυσίμων.


Σαφώς, τα τελευταία χρόνια, υπό την πίεση των ευρωπαϊκών αρχών αλλά και υπό τον φόβο των ακραίων φαινομένων, η χώρα μας έχει σημειώσει σημαντικά βήματα προόδου σε αυτόν τον τομέα. Στο ελληνικό νομοθετικό προσκήνιο βρίσκονται σήμερα υπό διαβούλευση αρκετοί νέοι νόμοι οι οποίοι έχουν ως στόχο να ενισχύσουν την οικολογική συνείδηση και την πράσινη ταυτότητα της χώρας. Για παράδειγμα, βρίσκονται υπό διαβούλευση νόμοι οι οποίοι αφορούν το νέο σύστημα αειφορίας βιοκαυσίμων και βιορευστών, την μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, την δημιουργία ενός εθνικού προγράμματος πρόληψης και δημιουργίας αποβλήτων, την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2012/21/ΕΚ για την ενεργειακή απόδοση, και πολλά ακόμη.



Συμπερασματικά

Όπως διαφαίνεται, τόσο ιστορικά όσο και κοινωνικά, η δημιουργία μίας οικολογικής και πράσινης ταυτότητας συνιστά μία πρακτική που αναδεικνύει, ενώνει και δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ιθαγένεια. Τα κράτη μέλη έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο σε μικρό χρονικό διάστημα στην περιβαλλοντική πολιτική. Η συνεργασία είναι τόσο ισχυρή που έχει συμπαρασύρει και άλλους τομείς όπως την οικονομία και την εταιρική διοίκηση: Η ΕΚΤ εξέδωσε πριν λίγες ημέρες ένα πρότυπο stresstests για τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Στόχος αυτού ήταν να μπορέσει κατά πόσο οι τράπεζες είναι προετοιμασμένες για τους χρηματοοικονομικούς κλυδωνισμούς που ενδέχεται να δημιουργήσει μία μελλοντική κλιματική συνθήκη. Η υιοθέτηση επίσης των ESG κριτηρίων αποτελεί μία τακτική που κερδίζει ολοένα και μεγαλύτερο έδαφος στο business development του ιδιωτικού αλλά και του δημοσίου τομέα. Αυτό το κοινό χαρακτηριστικό που έχει δημιουργήσει τέτοια πρόοδο, είναι η επιθυμία των κρατών να συνενωθούν έναντι στην απειλή. Πρόκειται για την ενσωμάτωση, την απεικόνιση και την πραγμάτωση του ευρωπαϊκού ιδεώδους.

[1] Μάλιστα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει ποιες επιδοτήσεις είναι επιβλαβείς έως τα τέλη του 2022.

[2] COM(2015)614/2