Νομική αναγνώριση φύλου στην Ελλάδα και κριτική αποτίμηση

της Μαίρης Σπανού, φοιτήτριας του τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ Αρκετά ζητήματα της καθημερινότητας όπως η παραλαβή ενός δέματος, η μίσθωση ενός ακινήτου, η απόλαυση ενός ταξιδιού αναψυχής, η υποβολή μια αίτησης για αναζήτηση εργασίας, το άνοιγμα ενός τραπεζικού λογαριασμού, με λίγα λόγια όσα για τους υπόλοιπους θεωρούνται αυτονόητα, για τα διαφυλικά άτομα μπορούν να αποτελέσουν πηγή προβλημάτων και αιτίες περιθωριοποίησης και αυτό, διότι το φύλο που είναι καταχωρημένο στην αστυνομική ταυτότητα του ατόμου, δεν ταυτίζεται με την ταυτότητα φύλου του προσώπου αυτού. Όπως καταλαβαίνουμε, η δυνατότητα αλλαγής των νομικών εγγράφων ενός trans ατόμου, χωρίς προϋποθέσεις -για παράδειγμα να έχει προηγηθεί στείρωση ή ψυχιατρικές εξετάσεις-, συμβάλλει σημαντικά στην εξάλειψη των διακρίσεων σε βάρος των ατόμων αυτών, στην προστασία της ιδιωτικότητας και στην αξιοπρέπεια των διαφυλικών.


Στην Ελλάδα για πολλά χρόνια η αλλαγή των νομικών εγγράφων των trans ατόμων ήταν δυνατή μόνο για τα άτομα τα οποία έχουν προχωρήσει σε ολική χειρουργική επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου και αφού είχε κατατεθεί δικαστικό αίτημα. Συνεπώς, πολλοί διαφυλικοί δεν είχαν τη δυνατότητα να «διορθώσουν» τα νομικά τους έγγραφα, ενώ ακόμα και για όσους είχαν την δυνατότητα αυτή, η γραφειοκρατική διαδικασία που προβλεπόταν ήταν εκτός από κοστοβόρα και χρονοβόρα.


Στις 9 Οκτωβρίου του 2017 εγκρίνεται με 171 ψήφους εκ μέρους του ελληνικού νομοθετικού σώματος, το νομοσχέδιο για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, το οποίο μετά τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστά τυπικό νόμο του κράτους. Εμείς θα αναλύσουμε όσα προβλέπουν οι διατάξεις του νόμου 4491/2017 και στην πορεία θα επιχειρήσουμε μια κριτική αποτίμηση αυτού.


Αρχικά, στο δεύτερο άρθρο του νόμου επιχειρείται ο ορισμός της ταυτότητας φύλου. Ταυτότητα φύλου είναι ο βιωματικός και εσωτερικός τρόπος που κάποιος αντιλαμβάνεται το φύλο του ανεξάρτητα από το βιολογικό φύλο που ορίζεται από τα ανατομικά χαρακτηριστικά και καταχωρείται τη στιγμή της γεννήσεως του. Στη συνέχεια, επιχειρείται ο ορισμός της «νομικής αναγνώρισης φύλου» ως η επίσημη αλλαγή των νομικών εγγράφων και μητρώων μέσω της διόρθωσης του ονόματος και του φύλου που είναι δηλωμένο σε αυτά, προκειμένου να ταυτίζονται τα στοιχεία με την έμφυλη ταυτότητα του προσώπου.


Ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα άρθρα του νόμου 4491/2017 είναι το άρθρο 3. Το συγκεκριμένο άρθρο προβλέπει ότι σε περίπτωση που το καταχωρισμένο κατά τη γέννηση φύλο ενός προσώπου δεν ταυτίζεται με την ταυτότητα φύλου του προσώπου αυτού, το πρόσωπο μπορεί να ζητήσει την αλλαγή του καταχωρισμένου φύλου ώστε αυτό να βρίσκεται σε συμφωνία με την εσωτερική βούληση και αίσθηση του ατόμου αλλά και την εξωτερική του εμφάνιση. Οι προϋποθέσεις που τίθενται είναι η εξής δύο: αρχικά το άτομο να διατηρεί πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και να έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του. Επιπλέον προϋπόθεση είναι το άτομο αυτό να μην είναι έγγαμο. Στο τέλος του τρίτου άρθρου επισημαίνεται ότι δεν απαιτείται η προηγούμενη προϋπόθεση βεβαιώσεως ότι το πρόσωπο έχει προβεί σε ιατρική επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου ούτε ιατρικές ή ψυχιατρικές εξετάσεις.


Αναφορικά με τα ανήλικα trans άτομα, για τους ανηλίκους 17 ετών και άνω απαιτείται ρητή συναίνεση των γονέων ενώ για τους ανηλίκους 15 ετών και άνω εκτός από τη ρητή συναίνεση των ασκούντων την γονική μέριμνα αιτείται και γνωμάτευση από διεπιστημονική επιτροπή αποτελούμενη από 5 ιατρούς , από ψυχολόγο και κοινωνικό λειτουργό.


Στο 4ο άρθρο προβλέπεται η διαδικασία διορθώσεως. Αρχικά, απαιτείται δικαστική απόφαση, επιπρόσθετα η αίτηση πρέπει να συμπεριλαμβάνει το διορθωμένο φύλο που επιθυμεί το άτομο να καταχωρηθεί, το κύριο όνομα που επιλέγει, την αναπροσαρμογή του επωνύμου και την επισύναψη αντιγράφου της ληξιαρχικής πράξης γέννησης του προσώπου. Η δήλωση γίνεται αυτοπρόσωπα ενώπιον του δικαστηρίου και χωρίς δημοσιότητα. Η δικαστική απόφαση καταχωρείται στο ληξιαρχείο όπου είχε συνταχθεί η προηγούμενη ληξιαρχική πράξη γέννησης του ατόμου.


Ο στόχος του νόμου 4491/2017 όπως αποτυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου είναι ακριβώς η απλούστευση των διαδικασιών για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου.


Σε ποιο βαθμό ο νόμος πέτυχε το στόχο του;


Σίγουρα μία σύγκριση σε σχέση με το προγενέστερο νομολογιακό κατά κύριο λόγο καθεστώς μπορεί να μας διαφωτίσει. Στα θετικά συμπεριλαμβάνεται, ότι με το νέο νομοθέτημα υπάρχει πλέον ένα σαφές νομικό πλαίσιο για τη διαδικασία αναγνώρισης του φύλου. Πριν το νόμο 4491/2017, τη διαδικασία δίεπε το άρθρο 14 παράγραφο 1 του ν.344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων», το οποίο μετέπειτα τροποποιήθηκε από τους νόμους 2505/1997 και 4144/2013 όπου γινόταν αναφορά στις μεταβολές που πραγματοποιούνται στο φυσικό πρόσωπο λόγω της αλλαγής φύλου. Προκειμένου να επαναπροσδιοριστεί το φύλο απαιτούνταν απόφαση του Ειρηνοδικείου. Ο δικαστής απαιτούσε βεβαίωση εκ μέρους του ενδιαφερομένου προσώπου ότι έχει υποβληθεί σε ιατρική επέμβαση αλλαγής φύλου με οριστική επικράτηση του επιθυμητού φύλου ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να παραχωρείται βεβαίωση ότι επιβλέπεται από ψυχίατρο και ότι έχει διαγνωσθεί με «δυσφορία φύλου».


Σαφέστατα η εξάλειψη της δεύτερης προϋπόθεσης με το νόμο του 2017 συνιστά μια προοδευτική και αισιόδοξη κίνηση. Μάλιστα το Ειρηνοδικείο Αθηνών υποστήριξε ότι η απαίτηση ολικής χειρουργικής επέμβασης με αφαίρεση των γεννητικών οργάνων, η οποία επιφέρει στείρωση προκειμένου να αναγνωρισθεί νομικά το επιθυμητό φύλο αποτελεί υπερβολική πρακτική η οποία παραβιάζει πολλά άρθρα διεθνών συμβάσεων που κατοχυρώνουν τα δικαιώματα των ανθρώπων. Εν προκειμένω παραβιάζεται το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ αλλά και τα άρθρα 2 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Η συγκεκριμένη λοιπόν «απαίτηση» πλέον δεν υφίσταται και γι’ αυτό το λόγο πρέπει να έχουμε υπόψιν μας πως μόνο η θέσπιση νόμων μπορεί να προστατεύσει ουσιαστικά τα άτομα αυτά και τα δικαιώματά τους και να εξασφαλίσει ασφάλεια δικαίου και προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.


Επιπρόσθετα, η αφαίρεση της προϋπόθεσης περί ιατρικών βεβαιώσεων και ψυχιατρικής διάγνωσης συμβάλλει στην αποιατρικοποίηση του trans βιώματος και συνιστά βήμα προκειμένου να γνωστοποιηθεί πως η δυσφορία φύλου δεν συνιστά ψυχική διαταραχή . Ωστόσο, ενώ αναγνωρίζεται πως η ρύθμιση ανατρέπει σημαντικά την προ υπάρχουσα ελληνική νομολογία και συμβάλει πράγματι στην από-ψυχιατρικοποίηση του trans βιώματος, παράλληλα φαίνεται πως καλύπτει μόνο όσους είναι άνω των 17. Η κοινότητα των διαφυλικών υποστηρίζει πως η ίδια δυνατότητα πρέπει να δίνεται και στους ανηλίκους ούτως ώστε να μπορούν να προχωρήσουν στη διαδικασία αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου τους χωρίς τις περιοριστικές προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος.


Ένα άλλο «αρνητικό» στοιχείο μπορεί να θεωρηθεί η προϋπόθεση, ότι το άτομο που επιθυμεί τη νομική αναγνώριση φύλου να είναι άγαμο. Ο λόγος που υπάρχει αυτός ο «περιορισμός» είναι το γεγονός πως στην Ελλάδα δεν επιτρέπεται ο γάμος μεταξύ ομοφυλοφίλων και έτσι εάν ο έγγαμος προχωρούσε σε επαναπροσδιορισμό του φύλου τότε ο γάμος του θα θεωρούνταν ανυπόστατος. Ο περιορισμός αυτός κρίνεται ως κατακριτέος και αυτό διότι διαταράσσει την προσωπική ζωή του ατόμου και επιπλέον η διαδικασία διαζυγίου πέρα από συναισθηματικά επώδυνη είναι και δαπανηρή. Η καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου Λίνα Παπαδοπούλου εύστοχα σχολιάζει «είναι σαν να έρχεται ο νόμος στον έγγαμο και να του λέει, πρώτα θα πάρεις διαζύγιο και έπειτα θα κάνεις αλλαγή φύλου, μη τυχόν και βρεθεί ένα ομόφυλο ζευγάρι να είναι έγγαμο» επισημαίνοντας «αυτό το γεγονός συνιστά ομοφοβία του χειρίστου είδους» .


Ένα ακόμα «τρωτό» σημείο του νόμου είναι η δικαστική φύση της διαδικασίας. Βασικό αίτημα των διαφυλικών ατόμων είναι η απλούστευση και επιτάχυνση των διαδικασιών οι οποίες θα ερείδονται στο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού. Το 2015 το αίτημα αυτό διατυπώνεται ξεκάθαρα με το Ψήφισμα 2018 της Κοινοβουλευτικής Διάσκεψης του Συμβουλίου της Ευρώπης «Διακρίσεις εις βάρος των διεμφυλικών στην Ευρώπη» . Η δικαστική λοιπόν διαδικασία είναι και χρονοβόρα και εξαιρετικά δαπανηρή. Επιπλέον σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για «αυτοπροσδιορισμό» από τη στιγμή που η νομική αναγνώριση του φύλου εξαρτάται από την κρίση του δικαστή. Αντιθέτως η κοινότητα των διεμφυλικών εκφράζει πρόδηλα την προτίμηση της για μια έξω-δικαστική διαδικασία .


Ένα επιπλέον οπισθοδρομικό σημείο στο νέο νόμο είναι το ότι δεν κατοχυρώνει την προστασία ατόμων που δεν εντάσσονται στη μία εκ των δύο πλευρών του διπόλου, δηλαδή μεσοφυλικά (intersex) ή μη-δυαδικά άτομα (non binary). Παράδειγμα συνιστά η απόφαση 67/2018 του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου το οποίο δέχτηκε τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως ατόμου το οποίο δεν ταυτιζόταν αποκλειστικώς ούτε με το αρσενικό ούτε με το θηλυκό φύλο και ακολούθησε διόρθωση του ονόματος του, όχι όμως και του καταχωρισμένου φύλου.


Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως τα τρωτά σημεία του Νόμου του 2017 δεν είναι λίγα. Σαφέστατα υπάρχουν και άλλα ζητήματα που ανακύπτουν εξαιτίας της ατελούς φύσης του Νόμου, όπως για παράδειγμα το ότι τα τέκνα ενός trans ατόμου το οποίο προέβη σε αλλαγή φύλου δεν δύνανται να αλλάξουν τα στοιχεία που αναγράφονται στα πιστοποιητικά γεννήσεως τους. Ένα ακόμη ζήτημα που ανακύπτει είναι αυτό των προσφύγων ή μεταναστών των οποίων τα νομικά έγγραφα βρίσκονται εκτός Ελλάδας.


Ολοκληρώνοντας, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε πως παρά τις πολυάριθμες αδυναμίες του Ελληνικού έννομου πλαισίου αναφορικά με την νομική αναγνώριση φύλου, έχει γίνει ένα θετικό πρώτο βήμα χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν χρήζει περεταίρω βελτιώσεων. Τέλος, δεν πρέπει να λησμονούμε πως στον δρόμο για αποδοχή, την ισότητα και την ουσιαστική βελτίωση της ποιότητας ζωής των διεμφυλικών ανθρώπων υπάρχουν ακόμα πολλά «αναχώματα» όπως τα στερεότυπα, ο ρατσισμός, η τρανσφοβία. Πρόκειται για εμπόδια των οποίων η φύση είναι τέτοια, ώστε να μην μπορούν να εξαλειφθούν απλώς και μόνο με νομοθετικές ρυθμίσεις και αυτό διότι η μήτρα τους είναι η άγνοια της κοινωνίας και το βαθύ έλλειμμα παιδείας και εν συναίσθησης που τη διακρίνει απέναντι σε πάσης φύσεως «διαφορετικότητα».