Ο έμφυλος χαρακτήρας της πολιτικής επιστήμης

της Μαίρης Σπανού, φοιτήτριας του τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ


Για πολλά χρόνια η πολιτική επιστήμη επιδείκνυε «προκλητική αδιαφορία» απέναντι στην άνιση κατανομή της εξουσίας με κριτήριο το φύλο. Αυτή η συστηματική έλλειψη ενδιαφέροντος κατέληξε να αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης παρά τις διεκδικήσεις και τους αγώνες των φεμινιστικών οργανώσεων. Αυτές οι διαφοροποιήσεις στην πολιτική συμπεριφορά των φύλων, όταν αρχίσουν να γίνονται αντιληπτές από τους επιστήμονες, συνήθως αποδίδονται στη «φύση» της γυναίκας και μάλιστα δίνεται σκοπίμως έμφαση στις διαφορές που σημειώνονται στην γυναικεία πολιτικότητα σε σχέση με την αντρική. Η εμφανώς μειωμένη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική κονίστρα, ελάχιστα προβλημάτισε την πολιτική επιστήμη και συνηθέστερα αποδόθηκε σε «έμφυτες» διαφορές που αποδίδονται στο φύλο.


Αυτή η παρατήρηση οδηγεί στον εξής προβληματισμό: μήπως η ίδια η έννοια της πολιτικότητας -από τη σύλληψη της- πάσχει από μονομέρεια; Μήπως η μειωμένη συμμετοχή των γυναικών σε θέσεις εξουσίας δε συνεπάγεται απαραίτητα μειωμένη γυναικεία πολιτικότητα, αλλά αντίθετα υποδεικνύει τη θέση της γυναίκας στην κοινωνική συνείδηση γενικότερα;


Μέχρι τη δεκαετία του 60’ οι πολιτικοί επιστήμονες αδιαφορούσαν για τη θέση της γυναίκας στην πολιτική πραγματικότητα. Η γυναικεία πολιτικότητα αντιμετωπίζεται ως δευτερευούσης σημασίας για την πολιτική επιστήμη ενώ ταυτόχρονα αποδίδεται στο ότι οι γυναίκες πολιτικοί επιστήμονες είναι σαφώς λιγότερες από τους άνδρες, με χαμηλή θέση στην ακαδημαϊκή ιεραρχία και σαφώς με ισχνή δυνατότητα επιρροής της θεματολογίας των επιστημονικών προγραμμάτων.


Γιατί όμως η πολιτική επιστήμη απέκτησε αυτό τον πρόδηλα ανδροκεντρικό χαρακτήρα;


Παραδοσιακά η πολιτική δραστηριότητα συνδέθηκε με το «δημόσιο χώρο», τον χώρο των «κοινών μελημάτων». Σε αυτόν κυρίαρχος από αρχαιοτάτων χρόνων ήταν ο άντρας. Στον αντίποδα αυτού αλλά και για την ομαλή λειτουργία του δημόσιου χώρου οι γυναίκες ήταν αποκλειστικά αρμόδιες για τη λειτουργία του «ιδιωτικού χώρου» δηλαδή τις υποθέσεις που αφορούν τον οίκο και τις οικιακές εργασίες. Αυτή η κατάτμηση των εργασιών γέννησε τις κυρίαρχες κοινωνικές αντιλήψεις για τους έμφυλους ρόλους που αργότερα αποτέλεσαν και επιστημονικές προϊδεάσεις με αποτέλεσμα τον εξοστρακισμό των γυναικών τόσο ως πολιτικών υποκειμένων όσο και ως αντικειμένων πολιτολογικής έρευνας.


Στην ελληνική συνταγματική ιστορία το Σύνταγμα του 1844 ή αλλιώς το Σύνταγμα-Συνάλλαγμα όπως έμεινε γνωστό με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μετάβαση από την απόλυτη μοναρχία στη συνταγματική έμεινε στην ιστορία ως το πλέον προοδευτικό και δημοκρατικό καθώς κατοχύρωνε την καθολική ψηφοφορία όλων των αντρών άνω των 30 ετών και στη συνέχεια άνω των 25 άνευ τιμηματικών ή άλλου είδους κριτηρίων. Το οξύμωρο και εξαιρετικά παράδοξο που αξίζει να σημειωθεί είναι πως παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα υπήρξε από τις πρώτες χώρες στον κόσμο που κατοχύρωσε συνταγματικά την καθολική ψηφοφορία των αντρών εξακολουθούσε να αποκλείει το υπόλοιπο 50% του πληθυσμού-δηλαδή τις γυναίκες- για πάνω από ένα αιώνα μετά την κατοχύρωση της κατά τ΄ αλλά «καθολικής ψηφοφορίας». Η Ελλάδα υπήρξε από τις τελευταίες χώρες που αναγνώρισε τα πολιτικά δικαιώματα στις γυναίκες, μόλις το 1956.


Τη δεκαετία του 60΄ οι πολιτικοί επιστήμονες αρχίζουν να ενδιαφέρονται για τη μειωμένη γυναικεία πολιτική συμμετοχή, όμως οι μελέτες τους περιορίζονται στη διεξαγωγή ερευνών για την εκλογική συμπεριφορά των γυναικών και αυτό όχι φυσικά από ενδιαφέρον για την μειωμένη παρουσία τους στο πολιτικό προσκήνιο όσο γιατί ήταν ευρύτερης σημασίας για την εξέλιξη των τεκταινόμενων της πολιτικής.


Αυτός ο πρόδηλα σεξιστικός χαρακτήρας της πολιτικής επιστήμης που επιλέγει για αρκετά χρόνια να αγνοήσει το μισό πληθυσμό λόγω του φύλου του αποκλείοντας τις γυναίκες από τη θεματολογία της επιβεβαιώνεται και μετά τη δεκαετία του 60’ όταν πλέον επιχειρείται να μελετηθεί η μειωμένη γυναίκεια συμμετοχή στη βάση σεξιστικών αντιλήψεων, σχετικά με τη «φύση» της γυναίκας και πάντα ερμηνεύοντας τη γυναικεία πολιτικότητα ως απόκλιση, δηλαδή σε αντιδιαστολή με την αντρική «κανονική πολιτική συμπεριφορά». Οι Μ.Gootκαι E.Reid, στις φεμινιστικές κριτικές τους εύστοχα παρατηρούν, πως οι γυναίκες αποτελούν αντικείμενο πολιτολογικής έρευνας και ενδιαφέροντος στο βαθμό που μοιάζουν ή δεν μοιάζουν με τους άνδρες. Η αντρική πολιτική συμπεριφορά αποτελεί το πρότυπο, το μέτρο σύγκρισης ενώ η γυναικεία πολιτικότητα αντιμετωπίζεται ως αποκλίνουσα. Αυτό ενδεχομένως να εξηγεί για ποιο λόγο το φεμινιστικό κίνημα και οι διεκδικήσεις του δεν αντιμετωπίστηκαν από την πολιτική επιστήμη ως έκφραση της γυναικείας πολιτικότητας και άρα ως αντικείμενο επιστημονικού ενδιαφέροντος.


Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η έρευνα του F.Greenstein, όταν εντοπίζει πως τα κορίτσια του δείγματος του έχουν υψηλότερους δείκτες στη «συνείδηση του πολίτη» τους οποίους ωστόσο αποδίδει στον περισσότερο ηθικό παρά στον πολιτικό χαρακτήρα των αντιλήψεων των κοριτσιών. Επιπλέον, ερμηνεύει την απέχθεια των κοριτσιών απέναντι στον πόλεμο ως χαμηλό δείκτη πολιτικότητας σε αντιδιαστολή με το ενδιαφέρον που επιδεικνύουν τα αγόρια και το οποίο ερμηνεύεται ως ένδειξη υψηλού πολιτικού ενδιαφέροντος.


Συνεπώς, γίνεται εμφανές πως για πολλούς επιστήμονες ο χώρος της πολιτικής είναι ανδρικός χώρος και οι έρευνες πολιτικής κοινωνικοποίησης είθισται να ταυτίζουν το πολιτικό με το ανδρικό και το γυναικείο με το απολιτικό. Η συνειδητοποίηση συνεπώς του ότι η γενική πρόσληψη της πολιτικότητας ως έννοιας είναι υπέρμετρα σεξιστική και περιοριστική με αποτέλεσμα να οδηγεί σε επιστημολογικά προβλήματα θα μπορούσε να κινητοποιήσει μια ολική αναμόρφωση των αναλυτικών κριτηρίων και εργαλείων που αξιοποιούνται στις πολιτολογικές έρευνες. Η όποια συνεπώς επιστημονική ενασχόληση με την μελέτη της γυναικείας πολιτικής συμπεριφοράς αναπτύσσεται παράλληλα με την κυρίαρχη πολιτολογική έρευνα η οποία ωστόσο παραμένει ανδροκεντρική και βαθιά σεξιστική. Η επιστημονική μελέτη της σχέσης γυναίκας-πολιτικής αλλά και η μελέτη της γυναικείας πολιτικότητας στη βάση φεμινιστικών προβληματισμών που αξιοποιούν το φύλο ως αναλυτική κατηγορία, γεννά αυτό που θα αποκαλούσαμε ως «γυναικοκεντρική» επιστήμη που λειτουργεί παράλληλα και δίπλα στην κυρίαρχη «ανδροκεντρική». Αυτή η «γυναικοκεντρική» επιστήμη φαίνεται να απευθύνεται και να αφορά κυρίως γυναίκες σπουδαστές –σαν να είναι ανάξια να προσελκύσει το ενδιαφέρον ανδρών σπουδαστών η μελέτη της γυναικείας πολιτικότητας- νομιμοποιώντας υπόρρρητα την ύπαρξη ενός περιορισμένου γυναικείου επιστημονικού δυναμικού το οποίο απομονώνεται στον επιστημονικό χώρο των «γυναικείων σπουδών».


Αυτή η σεξιστική και μονοδιάστατη προσέγγιση της πολιτικότητας εξηγεί για ποιο λόγο οι γυναίκες που επιχειρούν την ανάμιξη τους στην πολιτική ή την ενασχόληση τους με την πολιτική επιστήμη είναι σαφώς λιγότερες από τους άνδρες. Η ανδρική πολιτικότητα εκλαμβάνεται ως η αυθεντική πολιτικότητα και αυτό όχι γιατί οι γυναίκες είναι λιγότερο πολιτικά όντα από τους άντρες αλλά γιατί από πολύ νωρίς οι άντρες ιδιοποιήθηκαν την πολιτικότητα ως αντρικό χαρακτηριστικό. Αυτό αποδεικνύεται από την χρόνια υποεκπροσώπηση των γυναικών στα δημόσια αξιώματα και επιβεβαιώνεται από την ανάγκη θέσπισης ποσοστώσεων ώστε να μπορεί τουλάχιστον να εξασφαλιστεί ένας ελάχιστος βαθμός εκπροσώπησης. Πολλές γυναικείες οργανώσεις, αλλά και κυβερνήσεις στην προσπάθεια τους να προωθήσουν το αίτημα της ισότητας διεκδίκησαν την κατοχύρωση του 35% και αργότερα του 40%. Μήπως όμως, στην προσπάθεια τους αυτή να καταπολεμήσουν την ανισότητα και την υποεκπροσώπηση συνέβαλαν στην διαιώνιση του ανδροκεντρικού χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος, μήπως οι ποσοστώσεις συνέβαλαν στην κατοχύρωση «θετικών διακρίσεων» που νομιμοποιούν τη θέση της γυναίκας στο πολιτικό σύστημα ως προστατευόμενο είδος. Πώς αιτιολογείται το γεγονός πως ουσιαστικά διεκδικείται ένα ποσοστό συμμετοχής στα ψηφοδέλτια το οποίο είναι σαφώς χαμηλότερο από αυτό που θα όφειλε να είναι για την εκπροσώπηση του 50% του πληθυσμού. Τα μέτρα των ποσοστώσεων συμβάλλουν στην διαιώνιση της νοοτροπίας της μειοψηφίας νομιμοποιώντας την αντρική κυριαρχία ως θεμιτό επακόλουθο, επιβεβαιώνοντας τις περιορισμένες βλέψεις για γυναικεία εκπροσώπηση και κατοχυρώνοντας τη μειωμένη παρουσία «επίλεκτων γυναικών» στη Βουλή ως φυσική.


Συνεπώς, σε ένα τέτοιο πλαίσιο ο ρόλος της φεμινιστικής πολιτικής επιστήμης κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικός και αυτό διότι αποσκοπεί στην κατοχύρωση όχι μιας «γυναικείας» επιστήμης αλλά μιας αντισεξιστικής επιστήμης που λαμβάνει υπόψιν της πως η κατοχύρωση της νομικής και πολιτικής ισότητας μεταξύ των φύλων αν δεν συμπορεύεται με ουσιαστική κοινωνική ισότητα καταλήγει σε «κενό γράμμα» και αυτό, διότι η τυπική εξίσωση αυτών που κατ’ ουσία παραμένουν άνισοι συμβάλλει εν τέλει στο να εντάσσονται και ως άνισοι στην πολιτική πραγματικότητα.


Ο παράδοξος διαχωρισμός του δημόσιου από τον ιδιωτικό χώρο με τη συνακόλουθη ταύτιση του πρώτου με τους άντρες και του δεύτερου με τις γυναίκες συνέβαλε για πολλά χρόνια στο να νομιμοποιεί η πολιτική επιστήμη σεξιστικές προϊδεάσεις, να αντιμετωπίζει ως δεδομένη την μειωμένη γυναικεία συμμετοχή αποδίδοντας την σε υπερβατολογικές εξηγήσεις και να ταυτίζει ιδεολογικά το χώρο της πολιτικής με το αντρικό φύλο. Αυτή η παραδοσιακή πολιτολογική θεώρηση παραβλέπει συχνά πως τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού χώρου είναι πολύ πιο ρευστά απ’ ό,τι τα προσεγγίζει ενώ δεν καθορίζουν πάντα το «πολιτικό». Επιπλέον όταν μελετάται η γυναικεία πολιτικότητα σε σύγκριση με την αντρική προκειμένου να υπερτονισθούν οι μεταξύ τους διαφορές και φυσικά να αποδοθούν στο φύλο αναπόφευκτα οδηγούμαστε σε ένα επιστημολογικό σφάλμα: να αντιμετωπίζονται τόσο οι γυναίκες όσο και οι άντρες ως εσωτερικά ομοιογενείς κατηγορίες χωρίς διαφοροποιήσεις.


Αν το διαστρεβλωτικό πρίσμα μέσω του οποίου εξετάζουμε την γυναικεία πολιτικότητα αλλάξει, τότε θα αντιληφθούμε πως η χρόνια μειωμένη εμπλοκή των γυναικών με την πολιτική δεν οφείλεται σε μία φύσει μειωμένη πολιτικότητα την οποία ιδιοποιείται το γυναικείο φύλο. Όπως πολύ εύστοχα διαπίστωσε η RuthBader οι γυναίκες αξίζουν και πρέπει να βρίσκονται σε όλες τις θέσεις όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις. Και αν μέχρι στιγμής αυτό δε συνέβαινε αυτό δεν οφείλεται στο μειωμένο πολιτικό ενδιαφέρον των γυναικών αλλά στο ότι η πρόσληψη της πολιτικότητας ήταν για αιώνες ανδροκεντρική, η πολιτική επιστήμη ήταν για χρόνια γένους αρσενικού και όσο και αν πολλοί θα διαφωνήσουν με τον χαρακτηρισμό της πολιτικής επιστήμης ως βαθιά σεξιστικής και έμφυλης στην ακριβώς επειδή αυτή αντανακλά την κοινωνική πραγματικότητα, έρχεται να επιβεβαιώσει όλα τα παραπάνω.


«Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,

εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.

όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε στο μάρμαρο ο γλύπτης

κι υπόσχονται οι γοφοί σου

ευγονία αγαλμάτων,

καλή σοδειά ακινησίας.

Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις

όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,

σε λέω γυναίκα.


Σε λέω γυναίκα

γιατ’ είσαι αιχμάλωτη.»


«Σημείο Αναγνωρίσεως» της Κ.Δημουλά