Οι λόγοι που οδηγούν μια επιχείρηση στην πτώχευση και οι αιτίες που αυτή δεν καρποφορεί

Καραβέλη Χρυσούλα, Οικονομολόγος - Δικηγόρος



Η οικονομία της χώρας μας εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις επιχειρήσεις που καταφέρνουν να επιβιώσουν μέσα στον χρόνο, να αντιμετωπίσουν τους ανταγωνιστές τους και να διαφοροποιηθούν. Πολλές όμως από αυτές «λυγίζουν» μπροστά στις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, εκτίθενται απέναντι σε πιστωτές, στο Δημόσιο κλπ, αδυνατώντας να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους και να οδηγούνται τελικά στην πτώχευση. Και τίθεται λοιπόν το ερώτημα, τι σημαίνει για μια εταιρεία ότι πτωχεύει;


Πτώχευση είναι εκείνη η οικονομική και νομική κατάσταση μιας επιχείρησης που αποσκοπεί στην συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη με τη ρευστοποίηση του συνόλου της περιουσίας του ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής ή των κατ’ ιδίαν περιουσιακών του στοιχείων και στην επιστροφή παραγωγικών μέσων σε δυνητικά παραγωγικές χρήσεις το συντομότερο δυνατό, όπως προβλέπει το άρθρο 75 του Ν. 4738/2020. Σε πτώχευση κηρύσσεται ο οφειλέτης που βρίσκεται σε παύση πληρωμών, δηλαδή που αδυνατεί να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές του υποχρεώσεις κατά τρόπο γενικό και μόνιμο. Μπορεί όμως, εφόσον το αιτηθεί ο ίδιος και όχι κάποιος από τους πιστωτές του, να κηρυχθεί και στην περίπτωση της επαπειλούμενης αδυναμίας πληρωμών, όταν δηλαδή πιθανολογείται πως η παύση πληρωμών θα επέλθει.


Οι παράγοντες που οδηγούν μια επιχείρηση στην πτώχευση μπορεί να είναι τόσο εσωτερικοί όσο και εξωτερικοί. Ειδικότερα, η κυρίαρχη αιτία εμφάνισης της αδυναμίας πληρωμών προέρχεται από το εσωτερικό της και συγκεκριμένα από την διοίκηση και διαχείρισή της. Οι κακές επιλογές των διαχειριστών της σε συνδυασμό με την παραμέληση των καθηκόντων τους, η έλλειψη ικανοτήτων από αυτούς όπως και η ανάθεση του συνόλου των αποφάσεων σε ένα μεμονωμένο πρόσωπο μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στην καταστροφή. Όταν, δηλαδή, εκλείπει η πολυφωνία, η αναζήτηση της βέλτιστης επιχειρηματικής επιλογής, το όραμα γενικότερα της εξέλιξής της και διατήρησής της από τα πρόσωπα που λαμβάνουν τις αποφάσεις διαχείρισης, τότε «καταδικάζεται» η επιβίωσή της να είναι ένα τυχηρό και μόνο γεγονός. Πολλές φορές μάλιστα εκλείπει και το στοιχείο του οικονομικού ελέγχου αυτών των προσώπων, δηλαδή της λογοδοσίας για τις επιλογές τους και τις συνέπειες αυτών, σε κάποιο όργανο ανώτερο τους, με αποτέλεσμα να διευκολύνεται η λήψη αποφάσεων με μεγαλύτερη επιπολαιότητα και ίσως καμία επιχειρηματική ορθότητα.


Υπάρχουν όμως και εξωτερικοί παράγοντες εξίσου σημαντικοί, που οδηγούν μια επιχείρηση σε αδιέξοδο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επιβιώσει. Συνοπτικά, πρόκειται για τον ξαφνικό και αναπάντεχο ανταγωνισμό, ο οποίος είναι τόσο ισχυρός που να μην αφήνει περιθώρια στις επιχείρησεις να ελιχθούν και αναδειχθούν, οι απρόβλεπτες αλλαγές στην ζήτηση προϊόντων που αποτελούν συνέπεια οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών (όπως για παράδειγμα ο πόλεμος μεταξύ Ουκρανίας – Ρωσίας), τα υψηλά κόστη των πρώτων υλών που χρησιμοποιούν για την παραγωγή των προϊόντων τους και δεν μπορούν να μετακυλήσουν στους τελικούς καταναλωτές και τέλος η αδυναμία τους να αντιδράσουν ταχέως σε όλους αυτούς τους εξωτερικούς παράγοντες που μπορούν να εμφανιστούν και να οδηγήσουν σε «αρρυθμίες» του κυκλοφορούντος ενεργητικού αυτών.


Ακολούθως λοιπόν, εφόσον οι ανωτέρω ενδεικτικά αναφερόμενοι παράγοντες κάνουν την εμφάνισή τους και βάλουν το λιθαράκι τους ώστε να συντρέξουν οι προϋποθέσεις που ο νόμος ορίζει για την κήρυξη της πτώχευσης, παρατηρείται το παράδοξο φαινόμενο, μετά την κήρυξή της να μην οδηγεί σε κανένα αποτέλεσμα και να μην καρποφορεί. Έτσι σταματούν όλες οι εργασίες της διαδικασίας.


Πρώτα απ’ όλα, αυτό συμβαίνει όταν το ενεργητικό της επιχείρησης, μετά την ρευστοποίησή του δεν επαρκεί. Αυτή η ανεπάρκεια όμως δεν αναφέρεται στην ολική μη ικανοποίηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών κατά κεφάλαιο και τόκους αυτών, προς τους πιστωτές, αλλά στην αδυναμία κάλυψης των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας, δηλαδή δικαστικών εξόδων, εξόδων δημοσιεύσεων, αντιμισθίας συνδίκου κλπ. και γίνεται αντιληπτή μετά την έναρξη της διαδικασίας κατά το άρθρο 191 του Ν. 4738/2020, καθώς αν προϋπήρχε την στιγμή της αίτησης, επειδή συνιστά προϋπόθεση της διαδικασίας κατά το άρθρο 77 παρ. 4 του Ν.4738/2020, δεν θα είχε εκκινήσει.


Από την άλλη, πρόκειται για μια διαδικασία ιδιαιτέρως χρονοβόρα, που καθιστά τον θεσμό αναποτελεσματικό και μάταιο. Για τον λόγο αυτό, στο άρθρο 191 παρ. 3 του Ν. 4738/2020 προβλέφθηκε πως αν μέσα σε 5 έτη από την κήρυξή της πτώχευσης δεν ολοκληρωθεί αυτή, με ρευστοποίηση των στοιχείων του ενεργητικού η με αποπληρωμή του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών κατά κεφάλαιο και τόκους, τότε ο οφειλέτης ανακτά και πάλι την διοίκηση της περιουσίας του, οι πιστωτές ανακτούν τις ατομικές τους διώξεις κατά του οφειλέτη, οι οποίες είχαν παγώσει και παύουν τα όργανα της πτώχευσης. Παρότι ο νόμος έθεσε κάποιο χρονικό όριο περάτωσης της διαδικασίας, δεν παύει αυτή να είναι χρονοβόρα και κατ’ επέκταση μη ωφέλιμη. Πρόκειται για κατάσταση που χρήζει συντομότερης χρονικά αντιμετώπισης, ώστε να εξυπηρετηθούν πιο αποτελεσματικά τα συμφέροντα των πιστωτών.


Για τους παραπάνω λόγους, τόσο οι επιχειρήσεις όσο και οι πιστωτές τους, θα πρέπει να εξετάσουν και άλλες διεξόδους που μπορεί να είναι πιο αποδοτικές και όχι τόσο χρονοβόρες και δαπανηρές, όπως για παράδειγμα οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για συμφωνία κάποιας περιόδου χάριτος, μειώσεις οφειλόμενων ποσών, χρηματοδοτική στήριξη κ.α., ώστε ο στόχος του πτωχευτικού δικαίου, η βέλτιστη δηλαδή ικανοποίηση των πιστωτών, να λάβει σάρκα και οστά.