Οικογενειακό δίκαιο και χρόνος. Ανέλπιστοι σύμμαχοι ή εχθροί;

Της Θεολόγου Αθηνάς, Φοιτήτριας Νομικής Σχολής, ΔΠΘ Το Οικογενειακό Δίκαιο είναι ένας τομέας που στην πάροδο του χρόνου δέχθηκε πλείστες όσες τροποποιήσεις ,οι οποίες εν αντιθέσει με αυτές άλλων τομέων του δικαίου γίνονται άμεσα και σχεδόν καθημερινά αντιληπτές. Και αυτό γιατί η συντροφικότητα, η οικογένεια, ο γάμος και οι σχέσεις μέσα σε αυτόν αποτέλεσαν ανέκαθεν σημείο τριβής για την ελληνική κοινωνία στην προσπάθειά της να ξεκινήσει από κάπου την προσπάθεια εκσυγχρονισμού της. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Δεκαετία του 1980 (και Παπανδρέου). Το οικογενειακό δίκαιο όπως είχε διαμορφωθεί μέχρι τότε έκανε ξεκάθαρους τους ρόλους των συζύγων χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν και δίκαιη η κατανομή τους. Η σύζυγος με το άρθρο 1389 αναλαμβάνει εξολοκλήρου τις οικιακές εργασίες, δεν αποφασίζει για ζητήματα της έγγαμης συμβίωσης (1387) και εν τέλει περιέρχεται στην εξουσία του άνδρα της, τον οποίο μάλιστα και πρέπει να αποζημιώσει με την προίκα της ενόψει των εξόδων που αυτός αναλαμβάνει για τον κοινό τους βίο. Η ratio που κρύβεται πίσω από αυτές τις θεσμικές κατοχυρώσεις της κατωτερότητας της γυναίκας και που διαπερνά ακόμα και το τότε Ελληνικό Σύνταγμα γίνεται αντιληπτή με μια ιστορική ερμηνεία. Ο άνδρας εν γένει και όχι απαραίτητα ο σύζυγος είναι ο προστάτης των αδυνάτων, των ορφανών και των χηρών. Η γενικότερη αντίληψη λοιπόν για τον άνδρα δεν είναι τυχαίο που καθιερώνει και το αντίστοιχο πατερναλιστικό συζυγικό πρότυπο.


Γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι ο μόνος επιτρεπτός τύπος οικογένειας είναι αυτός που συνίσταται μετά από θρησκευτικό γάμο καθώς και ότι οι σχέσεις μέσα σε αυτή είναι σχέσεις πρωτίστως εξουσίας (χαρακτηριστικό αποτελεί η διατύπωση του άρθρου 1510 πριν αναθεωρηθεί για την πατρική εξουσία και όχι για την γονική μέριμνα). Ήδη η συνταγματική αναθεώρηση του 1975 θέτει τα θεμέλια για τις αλλαγές που επίκεινται με σημαντικότερη την κατοχύρωση της ισότητας των δύο φύλων. Προς αυτή την κατοχύρωση κινείται ο νόμος 1329/83 που μεταξύ άλλων αφαιρεί τα αρχηγικά δικαιώματα του συζύγου, καθιστά τον άνδρα και τη γυναίκα ίσους ενώπιον των οικογενειακών εξόδων και επιτρέπει ελευθερία κινήσεων στις συζύγους (έχει το δικαίωμα να αποκτά δική της αυτοτελή κατοικία και να διατηρεί το πατρικό της επώνυμο). Σημαντική αλλαγή είναι και η κατάργηση της προίκας και η θέσπιση του τεκμηρίου του 1/3 για την συμμετοχή στα αποκτήματα του ετέρου συζύγου μετά από διαζύγιο ή ακύρωση του γάμου. Ιδιαίτερα το τεκμήριο έχει μεγάλη σημασία καθώς αναγνωρίζει ότι η συνεισφορά της συζύγου στις οικιακές εργασίες που ακόμη και τότε αποτελεί αποκλειστικό «προνόμιό» της δεν είναι αυτονόητη, πολλώ δε μάλλον επιβλητέα από κάποιον άγραφο πλέον κανόνα δικαίου (αφού καταργήθηκε το ΑΚ1389).


Στο ίδιο πνεύμα όμως κινούνται και οι αλλαγές για την σχέση γονέων και τέκνων. Η σημαντικότερη ήταν η αλλαγή της διατύπωσης από πατρική εξουσία σε γονική μέριμνα. Η αλλαγή αυτή ( αναθεωρημένο άρθρο 1510 ΑΚ φέρνει στο επίκεντρο της οικογένειας τα δικαιώματα του παιδιού και καθιστά υποχρεωτική την συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή τους. Η γονική μέριμνα θεωρείται ως εκ τούτου ένα από τα σημαντικότερα λειτουργικά δικαιώματα. Η υποχρεωτικότητα συμμετοχής στην ανατροφή των παιδιών δίνει το δικαίωμα στους γονείς να επιλέγουν από κοινού το επίθετο των παιδιών τους το οποίο πλέον μπορεί να αποτελείται από τα επίθετα και των δύο γονέων.


Προς το γενικότερο εκσυγχρονισμό του οικογενειακού δικαίου κινείται η εξίσωση του θρησκευτικού με τον πολιτικό γάμο και η αποποινικοποίηση της μοιχείας. Ειδικά αυτές οι αλλαγές προκαλούν τη μήνι της Εκκλησίας με το επιχείρημα ότι κλονίζονται τα θεμέλια της οικογένειας και της πίστης.


Οι θεσμικές αλλαγές αυτές ανταποκρίνονται σε ένα ομολογουμένως καθυστερημένο εξαιτίας της Χούντας των Συνταγματαρχών φεμινιστικό κίνημα και στις προσταγές για ένα πιο μοντέρνο κράτος κοντά στα πρότυπα της ΕΟΚ. Βέβαια, δεν επιφέρουν αυτόματα την επιθυμητή ρήξη με το παρελθόν καθώς η βιωμένη πραγματικότητα είναι παρέμεινε ίδια ως προς την κατανόηση των ρόλων.


Επόμενος σταθμός η δεκαετία του 1990. Οι νόμος 2447/1996 εστιάζει σε θέματα υιοθεσίας και επιτροπείας ανηλίκων εκσυγχρονίζοντας το ισχύον πλαίσιο και προσαρμόζοντάς το στις επιταγές των Διεθνών Συνθηκών ( όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1967). Η προστασία του παιδιού αποκτά κεντρική θέση στην ελληνική νομική σκέψη. Ο χρόνος όμως στο ζήτημα της υιοθεσίας αποδεικνύεται εχθρός. Πολλές από τις διατάξεις παρέμειναν ανεφάρμοστες καθιστώντας πολύ δύσκολη και χρονοβόρα τη διαδικασία η οποία εν πολλοίς παραμένει δύσκολη ακόμα.


Η αλλαγή χιλιετίας φέρνει περεταίρω νομοθετικές ρυθμίσεις που συμπληρώνουν το παζλ του εκσυγχρονισμού. Οι νόμοι 3089/2002 και 3305/2005 ρυθμίζουν το πλαίσιο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, ο ν. 3500/2006 το πλαίσιο αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας και ο ν. 3719/2008 το σύμφωνο συμβίωσης. Το τελευταίο δε, είναι ισάξιο προς το γάμο με όλες τις διατάξεις που ρυθμίζουν τον έγγαμο βίο να εφαρμόζονται αναλογικά και προς το σύμφωνο.

Οι νομοθετικές (μετα)ρυθμίσεις που επιχειρήθηκαν βέβαια δεν έλυσαν όλα τα προβλήματα της ελληνικής πραγματικότητας. Η υιοθεσία όπως ήδη αναφέρθηκε ήταν και είναι σε ένα μεγάλο ποσοστό μια δύσκολη διαδικασία. Η θέση σε λειτουργία όμως ηλεκτρονικών πλατφορμών που ενημερώνουν συνεχώς το δίκτυο τους για τα παιδιά που ανήκουν στις κατηγορίες υιοθεσίας ή αναδοχής καθιστά τις διαδικασίες πολύ πιο γρήγορες.


Αντίστοιχο αγκάθι στην νομοθεσία ήταν και ο αποκλεισμός από το πεδίο εφαρμογής του συμφώνου συμβίωσης των ομοφύλων ζευγαριών. Η τροποποίηση του 2015 έδωσε αυτό το δικαίωμα στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Η προσφυγή στο ΕΔΔΑ με την υπόθεση ‘’Βαλλιανάτος κατά Ελλάδος’’ αποτέλεσε κομβικό σημείο για την αναγνώριση αυτού του δικαιώματος. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο αποκλεισμός της δυνατότητας χρήσης του συμφώνου από ομόφυλα ζευγάρια ενώ παράλληλα δεν υπήρχε κάποια άλλη νομική αναγνώριση της σχέσης τους παραβίασε τα άρθρα 8 και 14 της ΕΣΔΑ.


Τα θέματα που εξετάστηκαν έως τώρα αποδεικνύουν την συμμαχική κατά κάποιον τρόπο σχέση οικογενειακού δικαίου, χρόνου και προόδου. Ωστόσο υπάρχουν ακόμα δύο ζητήματα τα οποία δεν βελτιώθηκαν με την πάροδο του χρόνου, αυτό του γάμου ομοφύλων ζευγαριών και οι προθεσμίες για την δυνατότητα εφαρμογής της παρένθετης μητρότητας.


Όσον αφορά το γάμο ομοφύλων αξίζει να γίνει μια αναφορά στο γράμμα του νόμου 1367 ΑΚ που αναφέρεται σε μελλονύμφους χωρίς να τους διακρίνει με βάση το φύλο. Το Πρωτοδικείο Ρόδου που εκδίκασε την πρώτη και τελευταία περίπτωση πολιτικού γάμου ομοφυλοφίλων ζευγαριών κάνοντας μια ιστορική ερμηνεία του γράμματος του νόμου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ιστορικός νομοθέτης είχε στο νου του το συνήθως συμβαίνον ( γάμοι ετερόφυλων ζευγαριών ) και άρα απέκλεισε εξαρχής τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής του νόμου. Για την παρένθετη μητρότητα παρατηρείται επίσης πρόβλημα στο επιτρεπτό για την προσφυγή στη μέθοδο ηλικιακό όριο των γυναικών. Η αρχική έκθεση των εμπειρογνωμόνων τάχθηκε υπέρ της θέσπισης του ορίου στα 55 έτη όμως η τελική ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο μείωσε το επιτρεπτό στα 50 έτη. Το όριο αυτό όμως περιορίζει τις γυναίκες δυσανάλογα προς τους άνδρες που μπορούν να προχωρήσουν σε παρένθετη μητρότητα με την σύζυγο/σύντροφό τους ακόμα και αν κατά την κοινή λογική έχουν ξεπεράσει το ηλικιακό όριο για να γίνουν γονείς.


Ο Χρόνος σε γενικές γραμμές λοιπόν έχει αποδείξει ότι η νομική και πολιτική σκέψη στην Ελλάδα ωριμάζουν και επιδιώκουν δικαιότερες εφαρμογές των κανόνων δικαίου. Και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι μια χώρα με τόσα πολλά προβλήματα στην νοοτροπία και στην καθημερινή αποτύπωσή της, σε νομοθετικό επίπεδο τουλάχιστον αποτολμά την υπέρβαση αυτών των εμποδίων.


Βιβλιογραφικές αναφορές: