Περιβαλλοντικές Αρχές της ΕΕ στην Ελληνική Έννομη τάξη - Nομολογία ΔΕΕ

Γράφει ο Βλάχος Απόστολος, Απόφοιτος Νομικής Σχολής



Δικαίωμα στο περιβάλλον σημαίνει δικαίωμα στη ζωή, το δημόσιο και συλλογικό αγαθό το οποίο κατά την Ελληνική πραγματικότητα τελεί συνταγματικώς υπό την προστασία του Κράτους και έχει υποχρέωση -δεσμεύεται- να ακολουθεί πολιτικές θεσπίζοντας νόμους πρόσφορους με γνώμονα την προστασία του αγαθού αυτού. Τα όργανα του Κράτους, ακόμα και αν δεν υπάρχει ρητή αναφορά από την έννομη τάξη, είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει ότι είναι αναγκαίο προς την κατεύθυνση αυτή.


Ο όρος «Αρχή» εννοείται, κάθε νομικός όσο και μη νομικός κανόνας που εντοπίζεται στο διεθνές δίκαιο περιβάλλοντος, ο οποίος εκφράζει την γενική αντίληψη (ηθικά και πολιτειακά ) στην προστασία του περιβάλλοντος , όμως για να έχει μια «Αρχή» νομική ουσία πρέπει να έχει κανονιστικότητα, αλλιώς εάν δεν προβλέπεται σε νομικές διατάξεις, τυχόν παραβιάσεις τους, δεν θα συνεπάγονται και κυρώσεις. Οι κάτωθι αρχές που θα εξετάσουμε, προβλέπονται από νομικές πηγές, δεσμευτικές του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης , κανόνων άμεσης εφαρμογής στα Κράτη Μέλη της, τους οποίους η δικαιοσύνη πρέπει να λαμβάνει σοβαρά υπόψιν πριν αποφανθεί και νομολογήσει.


Ι. Αρχή της πρόληψης , σύμφωνα με το άρθρο 191 Συνθήκη της ΕΕ ( ΣΕΕ) και άρθ. 24 παράγ. 1 εδάφιο β Ελληνικού Συντάγματος. Με το σκεπτικό ότι οι περιβαλλοντικές ζημιές είναι δυσχερώς επανορθώσιμες, η προστασία του απαιτεί προληπτική δράση. Ο νομοθέτης έχει υποχρέωση, όχι απλά δυνατότητα, να απαιτεί από τα όργανα του Κράτους να διενεργούν άμεσα και έμμεσα τις απαραίτητες θετικές ενέργειες και δράσεις που θα οχυρώσουν την προστασία του περιβαλλοντικού αυτού αγαθού με την μορφή προληπτικών και κατασταλτικών διοικητικών μέτρων. Έτσι δύναται, οπουδήποτε έχει έννομο συμφέρον να προσφύγει στην δικαιοσύνη με μόνο κριτήριο ότι μπορεί να επέλθει βλάβη.


π.χ. Προσφυγή του Συλλόγου Πολεοδόμων για να ματαιωθεί έργο ανέγερσης Μουσείου στο κέντρο της Αθήνας ή Προσφυγή από πολίτες κατά ανέγερσης Ξενοδοχείου με περισσότερο συντελεστής δόμησης από το προβλεπόμενο που θα έκρυβε την θέα από το μνημείο της Ακρόπολης και θα κατέστρεφε το περίγυρο περιβαλλοντικό χώρο.


ΙΙ. Αρχή της Προφύλαξης, αναφέρεται στο άρθρο 191 ΣΕΕ σε συνάρτηση με την Αρχή 15 Διακήρυξής του Ρίου. Λήψη προληπτικών μέτρων για πιθανολογήσει δυνητικών κινδύνων από μια δραστηριότητα ήτοι, και αμφίβολους ή αβέβαιους ακόμα και από επιστημονικής εκτίμησης ώστε να προστατευτεί το περιβάλλον ακόμα πιο αποτελεσματικά. Το ΣτΕ, βαθιά επηρεασμένο από την Γαλλική νομολογία εφαρμόζει μια συσταλτική ερμηνεία της αρχής αυτής, ήδη από το 2000, και υποστηρίζει ότι εφόσον μπορεί να εκτιμηθεί μια πιθανή βλάβη που μπορεί να δημιουργηθεί από την δραστηριότητα αυτή, τότε υφίσταται υποχρεωτική λήψη περιβαλλοντικών μέτρων και μάλιστα την συνδέει με μια άλλη αρχή, αυτή της αρχής της αναλογικότητας, ώστε να είναι τα μέτρα προστασίας που θα αποφασιστούν σε συνάρτηση με την αναγκαιότητα του επιδιωκόμενου αποτελέσματος της προστασία του περιβάλλοντος, δηλαδή, σταθμίσεις πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων προς επιδίωξη της καλύτερης και φιλικής λύσης, μιας βιώσιμης ανάπτυξης που δεν θα εξαντλεί τους της φυσικούς πόρους. Σύμφωνα, με το Δικαστήριο κρίνεται αναγκαία να εφαρμόζεται η αρχή αυτή, διότι, ειδάλλως, θα υφίσταντο κίνδυνος ένεκα της αυστηρής ερμηνείας για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, να μην επιδιωχθούν οι τρόποι εκμετάλλευσής του προς συμφέρων άλλων αγαθών ( π.χ. οικονομική ανάπτυξη)


Παραδείγματα Δικαστηρίων : μεταφορά ρεύματος μεγάλου αμπέρ προς τα νησιά , νομολογία περί μεταλλεία χρυσού στην Βόρεια Ελλάδα, όπου αποφασίστηκε ότι πρέπει να αιτιολογούνται οι προϋποθέσεις προστασίας του περιβάλλοντος για να εξασφαλίζεται η αρχή της πρόληψης.


Για την αποτελεσματική εφαρμογή των δύο παραπάνω αρχών, ως εργαλείο χρησιμοποιείται η μέθοδος της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων -ΜΠΕ- και οι εμπλεκόμενοι στην διαδικασία αυτή αλλά και ο ακυρωτικός δικαστής, αν ζητηθεί μπορεί να εξετάσουν κατά πόσο 1) υπολογίζει και αξιολογεί τους κινδύνους και τις συνέπειες του έργου ή της δραστηριότητας, 2) Κατά πόσο είναι συνταγματικά και νομοθετικά συμβατό και 3) Αν όφελος της ενέργειας αυτής που πρόκειται να πραγματοποιηθεί - με βάση την αρχή της αναλογικότητας - φέρνει σε κίνδυνο το περιβάλλον, δηλαδή, στάθμιση κόστους-όφελος από την ενέργεια ενάντια του.


ΙΙΙ. Αρχή της αειφορίας, αρχικά πρώτο διατυπώθηκε στην Διακήρυξη των ΗΕ στη Στοκχόλμη μετέπειτα στη Διακήρυξη του Ρίου 1992 όπου τελικά έχουμε την Συνθήκη Άμστερνταμ, θεμελιώδη αρχή της ΕΕ, αναφορά στο Άρθ.3 ΣΛΕΕ «αποστολή της ένωσης να προάγει .. αειφόρο ανάπτυξη ..» ήτοι, μιας βιώσιμης ανάπτυξης ισόρροπη και αρμονική προς το περιβάλλον σε συνάρτηση με την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων. Η βιώσιμη ανάπτυξη εξασφαλίζεται με τον κοινοτικό μηχανισμό της αρχής της ενσωμάτωσης, όπου η βλάβη προς το περιβάλλον εξισορροπείται με αυτό, της οικονομικής ανάπτυξης σε τέτοιο βαθμό όπου η προστασία του περιβάλλοντος δεν λειτουργεί επιβαρυντικά στην χειροτέρευση ποιότητας ζωής.


Η νομολογία του ΣτΕ , η αρχή της αειφορίας - βιώσιμης ανάπτυξης- την εφάρμοζε και πριν γίνει η συνταγματικής κατοχύρωση άρθρο 24Σ, υιοθετούσε την πρακτική στάθμισης συμφερόντων για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των αγαθών προστασίας περιβάλλοντος και ανάπτυξης ( ακόμα και της οικονομικής ελευθερίας άρθ.5Σ)


Απόφαση 304/1993 ΣτΕ , διατύπωσε την αρχή της αειφορίας , μέσω συγκρούσεων συμφερόντων μιας ιχθυοτροφικής εταιρίας, με άδεια εκμετάλλευσης σε μια θαλάσσια περιοχή και προστασίας περιβάλλοντος, όπου με τις δραστηριότητες της εταιρίας επιβαρυνόταν. Η απόφαση αυτή θεωρείται σταθμός για την ελληνική έννομη τάξη.


ΙV. Αρχή ο ρυπαίνων πληρώνει à Αρθ.2 , 6 , 191.1 ΣΛΕΕ, ουσιαστικά εισάγεται η αρχή της επανόρθωσης , δηλαδή, ότι η οποιαδήποτε επέμβαση του ανθρώπου στο περιβάλλον που προκαλεί ρύπανση είναι και ο ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΣ οικονομικά υπεύθυνος για την αποκατάσταση της ζημίας. Ο ρυπαίνων μπορεί να είναι και αυτός που έμμεσα βλάπτει ή δημιουργεί τις συνθήκες κινδύνων προς το περιβάλλον. Η αρχή αυτή εισηγήθηκε για πρώτη φορά με την οδηγία 2004/35/ΕΚ , σήμερα αποτελεί μηχανισμό πολύ σημαντικό για την προστασία του περιβάλλοντος, ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με προεδρικό διάταγμα και ο φορέας εκμετάλλευσης (ΝΠ ,ΦΠ ) με την δραστηριότητα του θα είναι υπεύθυνος να καλύψει τις δαπάνες. Στην Ελλάδα ο ν.3027/2002 ιδρύει μια διοικητική αρχή με αποφασιστικές αρμοδιότητες ελέγχου των δράσεων αυτών, με σκοπό να δίνεται η δυνατότητα στην αρχή αυτή να επεμβαίνει, όταν το κρίνει σκόπιμο και απαραίτητο αλλά ταυτόχρονα δημιουργείται υποχρέωση παροχής ανάληψη δράσης εάν ζητηθεί από τον φορέα εκμετάλλευσης.


V. Αρχή της συνολικής ή σφαιρικής εκτίμησης à Εξέταση όλων των διαθέσιμων μέσων.


VI. Αρχή της διαβάθμισης των επιπτώσεων à ανάλογα το μέγεθος του έργου από την φύση του.


Η περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ παρέχει σαφείς στόχους και ορθές πολιτικές για τη μελλοντική προστασία του περιβάλλοντος, υπό το φως της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και των αρχών που διέπουν το δικαίωμα στο περιβάλλον.


Σύμφωνα με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης , η προάσπιση της προστασίας του περιβάλλοντος θεωρείται ως θεμελιώδης ανθρώπινο έννομα αγαθό με μεγάλη αξία.





ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΔΕΕ

Υπάρχει πλούσια η νομολογία του ΔΕΕ για τις αρχές που διέπουν το περιβάλλον, μερικές αποφάσεις που αξίζουν να σχολιαστούν είναι τα κάτωθι:


Ι. Υπόθεση C-435/97 , 217/97 , C-321/96, καθιερώνεται η υποχρέωση κρατών-μελών να εκτιμούν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από σχέδια έργων και δραστηριοτήτων μέσω διαδικασίας αξιολόγησης επιπτώσεων της ανθρώπινης δραστηριότητας, με σκοπό το υψηλό επίπεδο προστασίας για να αποφευχθεί κάθε επιβαρυντικό έργο για τη βιώσιμη ανάπτυξη, βασικός παράγοντας αξιολόγησης είναι η συμμετοχή και του κοινού, ώστε να διαμορφωθεί η τελική απόφαση και έγκριση του έργου. Καθιέρωση αρχή αειφόρους ανάπτυξης άρθρο 3 ΣΛΕΕ, μέσω εκτιμήσεων επιπτώσεων περιβαλλοντικών και της αρχή της πληροφόρησης και πρόσβασης του κοινού αλλά και δικαίωμα να προσφύγουν στα δικαστήρια, εφόσον οι διοικήσεις και τα κράτη είναι υποχρεωμένα να τηρούν αυτές τις αρχές.


II. Υπόθεση C-201/02 και C-237/07, Οδηγία 85/337 σήμερα τροποποιήθηκε με 2001/42, όπου οι εθνικοί φορείς αυτοδεσμεύονται να προχωρήσουν σε έγκριση και συνεπώς υποχρέωση ΕΠΕ – εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων – σύμφωνα με την οποία δεν παραχωρεί καμία διακριτική ευχέρεια στο εσωτερικό δίκαιο, σημειωτέων ότι για να το παραλείψει πρέπει να γίνει διενέργεια ΕΠΕ. Στην υπόθεση παρέλειψε να το κάνει γιατί έχει και το Κράτος την υποχρέωση να διασφαλίσει μέσω αρμόδιων αρχών, την αξιολόγηση των επιπτώσεων για το περιβάλλον. Αρχή προφύλαξης 191 ΣΕΕ -Διακήρυξης Ρίου - αφού έπειτα από περιβαλλοντικές μελέτες τις ΜΠΕ πρέπει να γίνει αξιολόγηση ΕΠΕ και έτσι εγγυάται την αποτελεσματική προστασία του.


III. Η υπόθεση C-364/03, όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελλάδας, το δικαστήριο νομολόγησε ότι το Κράτος πρέπει να πάρει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία που προκλήθηκαν από δράσεις φορέων, εφόσον υπήρχαν επιστημονικά άρθρα που το τεκμηρίωναν. Θεμελιώνεται η Αρχή της πρόληψης με την υποχρέωση, όχι απλά την δυνατότητα, να απαιτεί από τα όργανα του Κράτους να διενεργούν άμεσα και έμμεσα τις απαραίτητες θετικές ενέργειες και δράσεις.


IV.C-420/02 κυρίως όμως της υπόθεσης C-240/83, σύμφωνα με την Οδηγία πλαίσιο 2008/98ΕΚ. Αρχή προστασίας δημόσιας υγείας και περιβάλλοντος από διαχείριση κυκλική οικονομία - Διάσκεψη Ρίου και ΟΗΕ Στοκχόλμης 1972 – θεμελιώνεται η αρχή, ότι ο ρυπαίνων πληρώνει και η αρχή της ευθύνης παραγωγού και η αρχή της προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος.


V.C-302/86 και 160/89 , η Αρχή της Περιδοσμένης μεταφοράς διεθνώς, των αποβλήτων έρχεται σε αντίθεση με το καθεστώς της ΕΕ περί ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών, αφού ο σκοπός είναι η προστασία του περιβάλλοντος. Επιπλέον μέσω της υπόθεσης C-240/83, διαφαίνεται ότι έχουμε σύγκρουση εννόμων αγαθών.