Πνευματικό έργο, δικαιώματα επ’ αυτού και Οδηγία 2000/31

του Ευγένιου Ονοφρέι, Φοιτητή Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ



Η πνευματική ιδιοκτησία μπορεί να νοηθεί είτε ως σύστημα κανόνων που θεμελιώνουν και ρυθμίζουν ένα δικαίωμα, είτε ως το ίδιο το δικαίωμα επί ενός πνευματικού έργου, που υπάγεται -μαζί με την βιομηχανική ιδιοκτησία- στο πλαίσιο της διανοητικής ιδιοκτησίας. Ιστορικοί παράγοντες που συνέβαλλαν στην ανάπτυξη του θεσμού/δικαιώματος ήταν η ανάθεση της έκδοσης βιβλίων σε επιχειρήσεις από τους κοινωνικά ισχυρούς του 15 αι. μΧ με την ανάπτυξη της τυπογραφίας, αλλά και μετέπειτα οι αντιλήψεις, αφενός ότι η εργασία πρέπει να πληρωθεί (sweat of the braw) και αφετέρου, ότι η καταχρηστική και χωρίς άδεια του δημιουργού εκμετάλλευση ενός πνευματικού έργου θίγει την προσωπικότητά του.


Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία υπάγεται συνταγματικά στο άρθρο 17 παράγραφος 1 του θεμελιώδους νόμου, όπου ορίζεται ότι «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους». Κατοχυρώνεται, επομένως, θετική υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύει την ιδιοκτησία, ώστε ο πολίτης να την διαθέτει, διατηρεί και απολαμβάνει ανεμπόδιστα. Γίνεται κατανοητό, ότι η ιδιοκτησία νοείται πλέον υπό την ευρεία της έννοια, ώστε να περιλαμβάνει όχι μόνο εμπράγματα δικαιώματα αλλά και ενοχικές αξιώσεις και άυλα αγαθά. Το δικαίωμα στην πνευματική ιδιοκτησία βρίσκει συνταγματικό έρεισμα και στα άρθρα Σ5, Σ14 και Σ16, στα οποία κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην προσωπικότητα, στον λόγο και την τέχνη/επιστήμη.


Με τον νόμο 2121/1993 εκπληρώνεται η προαναφερθείσα συνταγματική υποχρέωση του Κράτους για προστασία της (πνευματικής) ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με το άρθρο 1, μόνη η δημιουργία του πνευματικού έργου προσπορίζει στον δημιουργό πνευματικά δικαιώματα, τα οποία διακρίνονται σε περιουσιακά και ηθικά. Χαρακτηριστικό των πρώτων είναι ότι αποτελούν αποκλειστικές και απόλυτες εξουσίες, γεγονός που σημαίνει από τη μία ότι ο πνευματικός δημιουργός έχει τη δυνατότητα να επιτρέψει ή απαγορεύσει σε τρίτους την εκμετάλλευση του έργου του και από την άλλη ότι τα δικαιώματα αυτά στρέφονται κατά παντός. Σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4, στα οποία παραπέμπει η παράγραφος 2 του άρθρου 1, περιουσιακό δικαίωμα είναι η εγγραφή, η αναπαραγωγή, η επεξεργασία, η εκμίσθωση/δημόσιος δανεισμός, και η δημόσια παρουσίαση του έργου που αποτελεί μορφή ασώματης εκμετάλλευσης. Εξάλλου, το ηθικό δικαίωμα διακρίνεται στην εξουσία δημοσίευσης, στην αναγνώριση της πατρότητας ή αποστασιοποίησης από αυτήν και, τέλος, στην προστασία της ακεραιότητας του πνευματικού έργου. Το ηθικό δικαίωμα είναι αμεταβίβαστο εν ζωή και χαρακτηρίζεται από καθολικότητα υπό την έννοια ότι ο δημιουργός μπορεί να συγκεντρώσει στο πρόσωπό του όλες τις ωφέλειες που είναι δυνατόν να προσπορίσει το δημιούργημά του.


Προϋπόθεση απόλαυσης των πνευματικών δικαιωμάτων, όπως συνάγεται από το άρθρο 1 του ν.2121/1993, είναι αποκλειστικά η δημιουργία ενός πνευματικού έργου (δεν προϋποτίθεται η καταχώριση σε κάποιο δημόσιο βιβλίο ή δήλωση ενώπιον διοικητικής αρχής). Αυτή αποτελεί υλική πράξη και γνωστοποίηση πνευματικών παραστάσεων, διακρινόμενη από τις δικαιοπραξίες, καθώς δεν απαιτείται δικαιοπρακτική ικανότητα. Επομένως, πνευματικός δημιουργός μπορεί να χαρακτηριστεί και ο υπό την επήρεια παραισθησιογόνων ουσιών, αρκεί η πράξη του να μην είναι αποτέλεσμα απόλυτης βίας (vis absoluta) και να μην αποτελεί αντίδραση σε τυχαίο ερέθισμα. Γίνεται αντιληπτό πως δεν προϋποτίθεται ούτε συνείδηση των πράξεων, διότι αυτό αποτελεί συστατικό στοιχείο της δικαιοπραξίας.


Επίσης, το έργο για να είναι πνευματικό και να προσπορίζει τα ανάλογα δικαιώματα (άρθρο 2

ν.2121/1993) χρειάζεται να συγκεντρώνει ορισμένα χαρακτηριστικά. Αυτά είναι η πνευματικότητα, η πρωτοτυπία, το εμπειρικώς αισθητό και το δημιούργημα να είναι παράγοντας ανθρώπινης πράξης. Έτσι, πνευματικό είναι το έργο όταν νοείται ανεξάρτητα από τη χρησιμότητά του, δηλαδή ως αυτοσκοπός, εφόσον γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις και είναι πρωτότυπο. Το ζήτημα της πρωτοτυπίας έχει προβληματίσει αρκετά την επιστήμη με αποτέλεσμα να έχουν υποστηριχθεί τρείς διαφορετικές θεωρίες. Η θεωρία του δημιουργικού ύψους χαρακτηρίζει ως πνευματικό το έργο όταν υπερτερεί αυτών της καθημερινότητας. Δηλαδή, μέτρο σύγκρισης είναι τα δημιουργήματα που συνιστούν «κοινότοπες πνευματικές παραστάσεις», από τις οποίες ποιοτικά απαιτείται να υπερέχει το πνευματικό έργο. Η θεωρία αυτή ενέχει κινδύνους, διότι ο όρος «κοινότοπος» είναι αόριστος με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η διαπίστωση της ικανοποίησης ή μη του προτεινόμενου κριτηρίου και ακολούθως η αναγνώριση πνευματικών δικαιωμάτων επί του έργου. Λύση φαίνεται πως δίνει η θεωρία της στατιστικής μοναδικότητας. Εδώ, γίνεται υποθετικός συλλογισμός βάσει του οποίου αν άλλος δημιουργός υπό τις αυτές συνθήκες και όρους κατέληγε σε διαφορετικό αποτέλεσμα τότε το έργο έχει την απαιτούμενη πρωτοτυπία και γι’ αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί πνευματικό. Τέλος, σύμφωνα με τη θεωρία της προσωπικής εργασίας σημαντικό είναι το έργο να μην είναι κλεψίτυπο, δηλαδή ο δημιουργός να μην έχει αντιγράψει ξένο δημιούργημα. Επομένως, για να αποδοθεί η ιδιότητα του πνευματικού στο έργο, χρειάζεται προσωπική εργασία του δημιουργού που να αποτελεί και «σφραγίδα της προσωπικότητάς του».


Δεδομένου ότι ζούμε στην εποχή της τεχνολογίας τα πνευματικά έργα κυκλοφορούν πλέον και διαδικτυακά. Αυτό συμβαίνει με τη συνδρομή τρίτων προσώπων που αποκαλούνται «πάροχοι υπηρεσιών internet». Σύμφωνα με το άρθρο 2β’ της Οδηγίας 2000/31 (έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο με το Προεδρικό Διάταγμα 131/2003) αυτοί είναι νομικά ή φυσικά πρόσωπα που προσφέρουν υπηρεσίες με ηλεκτρονικά μέσα ύστερα από προσωπική επιλογή του αποδέκτη - συνήθως έναντι ανταλλάγματος- και διακρίνονται σε παρόχους απλής μετάδοσης, αποθήκευσης σε προσωρινή μνήμη και φιλοξενίας. Οι πρώτοι είναι συνήθως αμέτοχοι τρίτοι που καθιστούν δυνατή την ανταλλαγή πληροφοριών ή επιτρέπουν

την πρόσβαση στο διαδίκτυο, οι δεύτεροι είναι πρόσωπα που αποθηκεύουν για ορισμένο χρονικό διάστημα ένα αρχείο και μεταδίδουν στον αποδέκτη την πληροφορία -όχι το ίδιο το αρχείο- με απώτερο σκοπό την ταχύτερη μετάδοση, και οι τρίτοι είναι πρόσωπα που αποθηκεύουν σε υπολογιστή και φιλοξενούν σε αυτόν ιστοσελίδες, τις οποίες, κατόπιν επιλογής του αποδέκτη, προβάλλουν.


Η διάκριση των παρόχων υπηρεσιών internet είναι σημαντική, διότι η ευθύνη καθενός, σε περίπτωση προσβολής των πνευματικών δικαιωμάτων στον χώρο του διαδικτύου, είναι διαφορετική. Οι πάροχοι απλής μετάδοσης σπάνια υπέχουν ευθύνη, διότι συνήθως δεν αποτελούν αφετηρία της πληροφορίας, δεν την τροποποιούν και δεν επιλέγουν τον αποδέκτη της, δηλαδή κατά κανόνα πληρούν το πραγματικό του άρθρου 12 της οδηγίας.. Αντιθέτως, οι πάροχοι φιλοξενίας και αποθήκευσης είναι πιο πιθανό να κριθούν υπαίτιοι, εφόσον δεν πληρούνται και οι ειδικώς αναφερόμενοι στην Οδηγία 2000/31 λόγοι απαλλαγής. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 14 προκύπτει ότι δεν υπέχει ευθύνη ο πάροχος φιλοξενίας όταν δεν γνωρίζει πραγματικά το παράνομο της πληροφορίας, δηλαδή δεν βαρύνεται από άμεσο δόλο β’ βαθμού, ή αφού έλαβε γνώση της παρανομίας καθιστά αδύνατη την πρόσβαση στην πληροφορία ή την αποσύρει ή ο αποδέκτης δεν τελεί υπό την εξουσία/έλεγχο του παρόχου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 ο πάροχος αποθήκευσης σε προσωρινή μνήμη δεν ευθύνεται αν δεν τροποποιεί την πληροφορία, σέβεται τους όρους πρόσβασης, τηρεί τους κανόνες που αφορούν την ενημέρωση των πληροφοριών, δεν παρεμποδίζει τη νόμιμη χρήση της τεχνολογίας ή αποσύρει την πληροφορία όταν αυτή δεν είναι πλέον διαθέσιμη στο διαδίκτυο ή με δικαστική απόφαση έχει απαγορευθεί η πρόσβαση σε αυτήν. Από τη διατύπωση της οδηγίας αντιλαμβανόμαστε ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θεμελιώνει νόμιμους λόγους απαλλαγής και όχι ευθύνης, με ratio το ότι ο πάροχος είναι ένας απλός μεσάζοντας.


Συμπερασματικά, η Πολιτεία μεριμνά για την προστασία των δικαιωμάτων των πνευματικών

δημιουργών, εκπληρώνοντας την θετική της υποχρέωση προς αυτό όπως συνάγεται από τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις. Δεν είναι κάθε δημιούργημα πνευματικό, και εξ αυτού του λόγου προσδιορίζονται νομοθετικά και ερμηνευτικά τα κριτήρια για να υπαχθεί ένα έργο στο νομοθετικό πλαίσιο του ν. 2121/1993: το έργο να προκύπτει από ανθρώπινη πράξη, να είναι πνευματικό, πρωτότυπο και εμπειρικώς αισθητό. Αφετηρία απόλαυσης των πνευματικών δικαιωμάτων -περιουσιακών και ηθικών- αποτελεί η δημιουργία που δεν είναι τίποτα άλλο από μία υλική πράξη. Με την Οδηγία 2000/31 θεμελιώνονται λόγοι απαλλαγής από την ευθύνη των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου όταν προσβληθούν τα πνευματικά δικαιώματα στον κυβερνοχώρο. Σημαντική είναι η κατηγοριοποίηση αυτών (των παρόχων) διότι οι λόγοι απαλλαγής τους διαφοροποιούνται ανά περίπτωση.





Βιβλιογραφία

1. Κ. Χριστοδούλου, Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας, Νομική Βιβλιοθήκη, 2018

2. Σπ. Βλαχόπουλος, Θεμελιώδη Δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017

3. Διπλωματική εργασία με θέμα «Η προστασία του πνευματικού δημιουργού στο διαδικτυακό

περιβάλλον και υπό το πρίσμα της νέας οδηγίας (ΕΕ) 2019/ 790 για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά δικαιώματα στην ψηφιακή ενιαία αγορά», Κωνσταντίνα Κοχλιού, 2020

4. Διπλωματική Εργασία με θέμα «Η υποχρέωση-καθήκον επιμέλειας του παρόχου στα ηλεκτρονικά δίκτυα», Σοφία Ιωάννου Τζαβέλλα, 2017