Πρωθυπουργοκεντρισμός ίδιον του κοινοβουλευτισμού ή υφέρπουσα απειλή;

της Μαίρης Σπανού, φοιτήτριας του τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ


Ο θεσμός του πρωθυπουργού αποτελεί έναν από τους βασικότερους πυλώνες της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και ο ρόλος του είναι νευραλγικής σημασίας για την ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Το Σύνταγμα, του δίνει τη δυνατότητα να διορίζει και να παύει τα μέλη της Κυβέρνησης, καθώς και να συντονίζει και να κατευθύνει το ρόλο αυτής. Ο πρωθυπουργός είναι ταυτόχρονα Αρχηγός της Κυβέρνησης, Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου αλλά και πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος που συγκεντρώνει την πλειοψηφία στη Βουλή. Ως πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου αναλαμβάνει το συντονισμό των καθηκόντων των υπουργών και τη συνοχή του κυβερνητικού έργου. Ως πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του κυβερνώντος κόμματος αναλαμβάνει τη νομοθετική λειτουργία, διεκδικώντας την στήριξη των υπολοίπων μελών του ελληνικού κοινοβουλίου. Ο θεσμός του πρωθυπουργού είναι σήμερα από τους σημαντικότερους, αν όχι ο σημαντικότερος, στη σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία και η νομικοπολιτική θέση του καθίσταται εξαιρετικά ενισχυμένη σε σχέση με το παρελθόν. Εμείς θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε ακροθιγώς κάποια σημεία σταθμούς για την εξέλιξη του πρωθυπουργικού αξιώματος από την εθνική απελευθέρωση έως και σήμερα και στη συνέχεια μία πρόβλεψη για το πώς πρόκειται να εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια.


Λίγα χρόνια μετά τη λήξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα την περίοδο σύστασης του νέου ελληνικού κράτους, στα 1833 το ρόλο του πρωθυπουργού αναλαμβάνει ένα πρόσωπο με σαφώς περιορισμένες εξουσίες. Πρόκειται για τον «αρχιγραμματέα της Επικρατείας», θεσμός ο οποίος έχει εισαχθεί από το πρώτο επαναστατικό Σύνταγμα του 1821, σύνταγμα γνωστό και ως το «Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος». Έπειτα, την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας ο αρχιγραμματέας της Επικρατείας διοριζόταν με ξεχωριστή πράξη του μονάρχη και λειτουργούσε ως οιονεί πρωθυπουργεύων χωρίς όμως σημαντικές αρμοδιότητες. Ο όρος πρωθυπουργός-πρόεδρος υπουργικού συμβουλίου εμφανίζεται για πρώτη φορά μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 και τη θέσπιση του Συντάγματος του 1844 με το οποίο πραγματώθηκε η μεταβολή του πολιτεύματος από απόλυτη σε συνταγματική μοναρχία. Βάσει του άρθρου 23 του Συντάγματος του 44’ ο πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου προΐσταται των εργασιών του δεν έχει ωστόσο το δικαίωμα να διορίζει και να παύει ο ίδιος τα μέλη του.


Χρειάστηκαν 83 ολόκληρα χρόνια για να εισαχθεί αυτοτελώς ο όρος ¨πρωθυπουργός¨ στο καταστατικό χάρτη της χώρας. Το 1924 ανακηρύσσεται η Β’ Ελληνική Δημοκρατία με το ψήφισμα της 25ης Μαρτίου και στο Σύνταγμα του 1927 στο άρθρο 87 κατοχυρώνεται για πρώτη φορά σε συνταγματικό κείμενο ο θεσμός του πρωθυπουργού. Από εκείνη τη στιγμή και σε κάθε αναθεώρηση που ακολούθησε έκτοτε, ο συγκεκριμένος θεσμός δεν χάνει τη θέση του στην ελληνική συνταγματική και πολιτική πραγματικότητα παρά τις σημαντικές αλλαγές που σημειώνονται ανά τα χρόνια στο εύρος των αρμοδιοτήτων και των εξουσιών του πρωθυπουργού.


Σήμερα, ο πρωθυπουργός είναι ο αρχηγός της Κυβέρνησης και φέρει ευθύνη για την κατεύθυνση της γενικής πολιτικής της χώρας. Μάλιστα, σύμφωνα με το άρθρο 82 παράγραφο 2 του Συντάγματος ο πρωθυπουργός είναι αρμόδιος για το συντονισμό του κυβερνητικού έργου και την εξασφάλιση σταθερότητας και ενότητας. Επιπλέον, αναλαμβάνει ο ίδιος την επιλογή των προσώπων που θα στελεχώσουν τα Υπουργεία αναθέτοντας ο ίδιος αρμοδιότητες πάντοτε με απώτερο σκοπό την αποτελεσματικότερη διακυβέρνηση της χώρας. Λαμβάνοντας υπόψιν τον καταστατικό Χάρτη της χώρας αλλά και τις δημοκρατικές αρχές που διέπουν την ελληνική διακυβέρνηση, αντιλαμβανόμαστε πως προβλέπεται για τον πρωθυπουργό ένας κατά κύριο λόγο επιτελικού χαρακτήρα ρόλος με περισσότερο συντονιστικές αρμοδιότητες παρά απόλυτα αποφασιστικές. Θεσμικά ο πρωθυπουργός υποχρεούται να εξασφαλίζει το συντονισμό και τη συνοχή της Κυβέρνησης καθώς και την κατεύθυνση των ενεργειών της. Κατά πόσο όμως σήμερα ο πρωθυπουργός υπηρετεί τον συνταγματικά προβλεπόμενο αυτό ρόλο; Μήπως έχει μετατραπεί σε ένα περισσότερο αποφασιστικό όργανο με επικίνδυνες ενίοτε τάσεις υπερσυγκέντρωσης της εξουσίας στα χέρια του;


Για να απαντήσουμε σ’ αυτά τα ερωτήματα πρέπει να έχουμε αρχικά υπόψιν μας τη θέση του πρωθυπουργού στο ελληνικό πολιτικό σύστημα από την περίοδο της Μεταπολίτευσης έως και σήμερα εστιάζοντας στις σημαντικές αλλαγές που σημειώθηκαν μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986. Ξεκινώντας λοιπόν, από το Σύνταγμα του 1975 παρατηρούμε τη σχέση μεταξύ του πρωθυπουργού και του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο τελευταίος λειτουργούσε ως έτερος φορέας εκτελεστικής εξουσίας, ένα είδος θεσμικού αντιβάρου που απέτρεπε τις συγκεντρωτικές τάσεις που ενδεχομένως να παρουσίαζε ο εκάστοτε Πρόεδρος της Κυβερνήσεως. Εντούτοις, με την Συνταγματική Αναθεώρηση του 1986 οι αρμοδιότητες του Αρχηγού του Κράτους συρρικνώθηκαν σε τέτοιο βαθμό ώστε το πολίτευμα να αποκτήσει, έκτοτε, έναν εμφανώς πρωθυπουργοκεντρικό χαρακτήρα και αυτό διότι ο πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου μετετράπη σε κυρίαρχο παντοδύναμο κεντρικό όργανο εντός του ελληνικού πολιτικού συστήματος.


Το φάσμα των αρμοδιοτήτων-εξουσιών που πέρασαν στα χέρια του πρωθυπουργού είναι τόσο διευρυμένο σήμερα ώστε να μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητος πως κατέχει την πλέον δεσπόζουσα θέση στο εσωτερικό της Κυβερνήσεως. Αρχικά, δύναται να διορίζει και να παύει τα μέλη της κυβερνήσεως δηλαδή να ανασχηματίζει την Κυβέρνηση αλλάζοντας τη σύνθεση της κατά το δοκούν καθώς και να ελέγχει πλήρως τα μέλη που τη στελεχώνουν από τη στιγμή που η θέση τους εξαρτάται από τη βούληση του πρωθυπουργού. Επιπλέον, συχνά παραμερίζεται το Υπουργικό Συμβούλιο το οποίο αντί να συνεδριάζει για τη συλλογική λήψη των αποφάσεων αντικαθίσταται από άλλα ολιγομελή κυβερνητικά και καταλήγει να έχει έναν κατά κύριο λόγο συμβολικό χαρακτήρα. Ωστόσο, το φαινόμενο υπερσυγκέντρωσης της εξουσίας στα χέρια του πρωθυπουργού περιορίζεται σημαντικά σε κυβερνήσεις συνεργασίας. Είναι σημαντικό να έχουμε υπόψιν πως μια ανανοηματοδότηση των σχέσεων μεταξύ Πρωθυπουργού, Βουλής και κυβέρνησης θα μπορούσε να περιστείλει σημαντικά τις τάσεις παντοδυναμίας του αρχηγού της κυβερνήσεως ούτως ώστε να μην δύναται ο τελευταίος να επιβάλλεται και να κυριαρχεί έναντι του ελληνικού νομοθετικού σώματος. Σημαντικό όπλο για τον πρωθυπουργό έχει πολλάκις αποδειχθεί ο εκλογικός νόμος, ο οποίος συχνά μεταβαλλόταν κατά το δοκούν ώστε να παραμένει στην εξουσία το κυβερνών κόμμα. Μολαταύτα, από την αναθεώρηση του 2001 και έπειτα, ο εκλογικός νόμος που μεταβληθεί ξεκινά να ισχύει μετά το πέρας δύο εκλογικών περιόδων από την ψήφιση του και έτσι έπαψε να αποτελεί όπλο στη φαρέτρα της εκάστοτε κυβέρνησης που αποσκοπεί σε επανεκλογή. Επιπλέον, ο πρωθυπουργός αναλάμβανε την κατάρτιση των συνδυασμών, συνεπώς η θέση των βουλευτών εξαρτιόταν άμεσα από τη βούληση του τελευταίου κάτι που συνεπαγόταν την πλήρη υποταγή των βουλευτών στο πρόσωπο του πρωθυπουργού. Αν τώρα συνδυάσουμε τα προαναφερθέντα με την υποβάθμιση του κοινοβουλίου από έτερο νομοθετικό πυλώνα σε ένα κατά κύριο λόγο διεκπεραιωτικό όργανο, αντιλαμβανόμαστε έτι περεταίρω το βαθμό ενίσχυσης τόσο της Κυβέρνησης ως το πλέον κυρίαρχο νομοθετικό όργανο όσο και του Αρχηγού αυτής ως το πλέον παντοδύναμο πρόσωπο εντός του πολιτικού συστήματος.


Ακόμα όμως και αν εξετάσουμε τα πράγματα πριν την ανάληψη της εξουσίας από το κυβερνών κόμμα, αντιλαμβανόμαστε πως ο υποψήφιος πρωθυπουργός είναι αυτός που παίρνει το χρίσμα από τα μέλη του κόμματος του για την ανάληψη της εξουσίας. Στο δικό μας πολιτικό σύστημα το οποίο έχει έντονα κομματικοκρατικό χαρακτήρα ο ηγέτης του κυβερνώντος κόμματος διαθέτει στα χέρια του την απόλυτη ελευθερία κινήσεων, καθώς θεωρείται πως αυτός συνέβαλε ουσιαστικά στην εκλογική νίκη και την ανάληψη της εξουσίας. Ειδικά αν ο αρχηγός του κυβερνώντος κόμματος είναι ένα χαρισματικό πρόσωπο με ηγετικές ικανότητες στον οποίο η κομματική βάση επιδεικνύει πλήρη εμπιστοσύνη και αφοσίωση. Για τη διατήρηση της δεσπόζουσας θέσης του, ο πρωθυπουργός συνεπικουρείται από κάποια άλλα θεσμικά όργανα που προβλέπονται από το Σύνταγμα αλλά και τους κανόνες δικαίου. Κάποια από αυτά είναι οι αντιπρόεδροι της Κυβερνήσεως, ο υπουργός Επικρατείας, οι Γενικές Γραμματείες της Κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού καθώς και ο θεσμός του Γενικού Γραμματέα που αναλαμβάνει το συντονισμό του Κυβερνητικού Έργου. Άλλα και κάποια πιο ολιγομελή κυβερνητικά όργανα, όπως η Κυβερνητική Επιτροπή την οποία συγκαλούσαν πρωθυπουργοί στο παρελθόν. Τέλος, σε κυβερνήσεις συνεργασίας σημαντικό ρόλο έχει η σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών των κομμάτων του κυβερνητικού σχήματος.


Συνεπώς, ο προβληματισμός έγκειται στο σημαντικό έλλειμμα δημοκρατίας που παρατηρείται στο εσωτερικό των εν Ελλάδι Κυβερνήσεων το οποίο συχνά οδηγεί σε κρίσεις επικίνδυνες τόσο για τη δομή του κυβερνητικού σχήματος όσο και για την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Γι΄αυτό το λόγο η ύπαρξη μιας δημοκρατικής πολιτικής ηγεσίας εξασφαλίζει την πολιτική και κυβερνητική σταθερότητα και προκρίνεται έναντι μιας δεσποτικής ηγετικής προσωπικότητας που κυβερνά με καταδυναστευτικό τρόπο.


Στην συνέχεια, θα επιχειρήσουμε να αναφερθούμε σε μια σειρά από σημαντικούς Έλληνες πρωθυπουργούς που άφησαν το στίγμα τους στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα και επηρέασαν σημαντικά το πρωθυπουργικό αξίωμα.


Το ιστορικό διάγραμμα των πρωθυπουργών ξεκινά από τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, τον πρώτο «Κυβερνήτη της Ελλάδος». Ο Καποδίστριας εφάρμοσε στην πράξη το σύνολο των εξουσιών και αρμοδιοτήτων που απέρρεαν από το αξίωμα του σε μία πολύ κρίσιμη στιγμή για τη θεμελίωση του ελληνικού κράτους. Εξίσου πραγματικοί κυβερνήτες αποδείχθηκαν ο Βενιζέλος αλλά και ο Καραμανλής κυρίως μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Ο καθένας εξ αυτών των ισχυρών πολιτικών προσωπικοτήτων επιτέλεσε με το δικό του τρόπο το αξίωμα του πρωθυπουργού αφήνοντας το στίγμα του τόσο στην εξέλιξη του θεσμού κάθε αυτού, όσο και στην πολιτική ιστορία της χώρας μας ευρύτερα.


Και οι τρεις αυτοί πολιτικοί ηγέτες εφάρμοσαν κατά τον καθηγητή Αντώνη Μακρυδημήτρη ένα είδος «μονοκρατορικής διακυβέρνησης» το οποίο φυσικά επιχειρήθηκε από πολλούς πολιτικούς κατά καιρούς, χωρίς να στέφεται από επιτυχία τις περισσότερες φορές.


Συνεπώς, ο τρόπος που ασκείται η εξουσία από τον εκάστοτε πολιτικό αρχηγό είναι βαρύνουσας σημασίας. Γι’ αυτό το λόγο οι πράξεις ή οι παραλείψεις των πρωθυπουργών προσελκύουν συχνά το ενδιαφέρον των επιστημόνων και αναλυτών, των πολιτών, των πολιτικών τους αντιπάλων αλλά και των ΜΜΕ σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Γι΄αυτό το λόγο η μελέτη του θεσμού αλλά και του προσώπου που τον ενσαρκώνει προσφέρει μια δυνατότητα αντίληψης της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας και μια προνομιακή σχεδόν θέαση των φαινομένων από ένα σημείο στρατηγικής σημασίας.


Δεν είναι τυχαίο συνεπώς πως το κορυφαίο αυτό πολιτικό αξίωμα το οποίο από πολλούς έχει χαρακτηριστεί ως το σημαντικότερο στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, είθισται να ενσαρκώνεται από πολιτικές προσωπικότητες με σπουδαίες ηγετικές ικανότητες, πρόσωπα με σημαντική πολιτική δύναμη και επιρροή στη συνείδηση του λαού τα οποία αποτέλεσαν καταλυτικό συντελεστή στην πολιτική κονίστρα της χώρας.


Εμείς θα επιχειρήσουμε μία σύντομη αναδρομή ώστε να κατανοήσουμε τα στάδια εξέλιξης του θεσμού από την εθνική απελευθέρωση έως και σήμερα.


Ο πρωθυπουργός δεν είχε πάντα τη δεσπόζουσα θέση που έχει σήμερα στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Μετά την απελευθέρωση της χώρας την περίοδο της Αντιβασιλείας (1833-1843) αλλά και αργότερα την περίοδο της Συνταγματικής Μοναρχίας (1844-1862) ο μονάρχης, συγκεκριμένα ο Βαυαρός Όθων αποτελούσε το σημαντικότερο πολιτικό πρόσωπο στη χώρα. Το στέμμα και ο φέρων αυτού συγκέντρωνε την απόλυτη αποφασιστική εξουσία, δύναμη και επιρροή ενώ ο εκάστοτε πρωθυπουργός ακόμα και μετά την μεταβολή του πολιτεύματος από απόλυτη σε συνταγματική μοναρχία εξακολουθούσε να έχει περιορισμένες αρμοδιότητες. Μάλιστα, αυτός αποκαλούνταν «ο κατά καιρόν Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου, όστις προεδρεύει».


Στην πορεία, μετά την ενδυνάμωση του κοινοβουλευτισμού και ύστερα από την καθιέρωση της Τρικουπικής «αρχής της δεδηλωμένης» άρχισε να περιορίζεται σταδιακά η εξουσία του μονάρχη. Για πολλά χρόνια ο μονάρχης ήταν αυτός που διόριζε την κυβέρνηση της αρεσκείας του ακόμα και μετά την κατοχύρωση της αρχής της δεδηλωμένης. Ωστόσο, η σημαντική συμβολή της έγκειται στο γεγονός πως η παραμονή της εκάστοτε κυβέρνησης -και όχι ο διορισμός της που παρέμενε αρμοδιότητα του μονάρχη- στην εξουσία πλέον εξαρτιόταν από την δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας της Βουλής, της ο οποίας η ανεξαρτησία εγγυούνταν τη διεύρυνση του βαθμού αυτονομίας των πρωθυπουργών από το Στέμμα.


Ο πρωθυπουργός, όπως τελικά αναγνωρίσθηκε με το Σύνταγμα της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας, κατέληξε ο μόνος ισχυρός αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας παρόλο που για πολλά χρόνια ήταν ασθενέστερός τόσο σε σχέση με το στέμμα όσο και με τη Βουλή. Τελικώς, ο πρωθυπουργός επικράτησε ως θεσμός στο ελληνικό πολιτικό σύστημα έναντι και των δύο προαναφερθέντων θεσμών.


Μετά την κατάργηση της μοναρχίας ο πρωθυπουργός αναδείχθηκε στο σημαντικότερο πολιτικό πρόσωπο της χώρας. Ο πρωθυπουργός σήμερα είναι primus solus και υπερέχει τόσο έναντι των υπουργών που είναι pares μεταξύ τους όσο και έναντι της Βουλής από όπου προέρχονται. Ουσιαστικά, η βασιλική εξουσία μετατοπίστηκε κατά κάποιο τρόπο στη Βουλή και την κυβέρνηση κατά κύριο λόγο όμως, στον πρωθυπουργό. Συνεπώς, μπορεί η Βουλή να υπάρχει όμως σε αυτήν κυριαρχεί η κυβέρνηση και ουσιαστικά ο πρωθυπουργός. Σε αρκετές στιγμές ο πρωθυπουργός διαδραμάτισε το ρόλο ενός «αιρετού μονάρχη» αυτό ισχύει ιδιαίτερα για περιπτώσεις πρωθυπουργών όπως ήταν ο Βενιζέλος το 1917-20, ο Καραμανλής 1974-1980 και ο Παπανδρέου τη δεκαετία του 80’.


Όπως προ είπαμε, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση και την αφαίρεση σημαντικών εξουσιών από το αντίπαλον δέος του πρωθυπουργού, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, του αφαιρέθηκε στην πράξη και η αποτρεπτική του λειτουργία έναντι του τελευταίου με αποτέλεσμα να ανοίγει ο δρόμος άνευ θεσμικών εμποδίων στον πρωθυπουργό για την απόλυτη παντοδυναμία στην πολιτική σκηνή. H νομικοπολιτική θέση του πρωθυπουργού ενισχύθηκε ασύγκριτα και αυτός μετετράπη από primus inter pares σε primus solus. Έκτοτε ο πρωθυπουργός κυριαρχεί στην κυβέρνηση, στην Βουλή και στο κόμμα και θεμελιώνεται εις τριπλούν η δεσπόζουσα θέση του στο πολιτικό σύστημα.


Παρά το γεγονός πως το προεδρικό σύστημα των ΗΠΑ διαφέρει σε τεράστιο βαθμό από τα ευρωπαϊκά κοινοβουλευτικά συστήματα διακυβέρνησης, και αυτά ωστόσο μεταξύ τους συχνά διακρίνονται από σημαντικές διαφορές. Για παράδειγμα το Βρετανικό κοινοβουλευτικό σύστημα απέχει πολύ από τα μικτά ημι- προεδρικά και ημι-κοινοβουλευτικά άλλων χωρών για παράδειγμα της Γαλλίας.


Στην Ελλάδα είναι εμφανής η τάση για μια πιο πρωθυπουργοκεντρική διακυβέρνηση, η οποία θα απέχει τόσο από το αμιγώς κοινοβουλευτικό σύστημα όσο και από το μικτό κοινοβουλευτικό σύστημα που απαντάται στη Γαλλία με κάποια προεδρικά χαρακτηριστικά, το οποίο φυσικά προσιδιάζει αρκετά σε αυτό που είχε σχεδιάσει ο Καραμανλής και οι συνεργάτες του το 1975 μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας.


Παρατηρώντας τις θητείες μερικών από τους σπουδαιότερους πολιτικούς που πέρασαν ποτέ από το αξίωμα του πρωθυπουργού, όπως ήταν ο Καποδίστριας ή ο Βενιζέλος ή ο Καραμανλής, αυτοί επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μιας υποθάλπουσας προεδρικής λογικής με σημαντικές συγκεντρωτικές τάσεις στην κοινοβουλευτική πολιτική ιστορία της χώρας. Σε αυτή την συγκεντρωτική λογική αν προστεθεί η ανυπαρξία θεσμικών αντιβάρων ικανών να αντισταθμίζουν και να εξισορροπούν τις συγκεντρωτικές τάσεις του πολιτικού αρχηγού, γίνεται προφανής ο κίνδυνος που ελλοχεύει τόσο για τον κοινοβουλευτισμό όσο και για τη δημοκρατία γενικότερα. Σε τελική ανάλυση, το κοινοβουλευτικό σύστημα είναι εκείνο που εγγυάται πως η πρωθυπουργική εξουσία πηγάζει και εκπορεύεται από την Βουλή, ελέγχεται από αυτή, αλλά περιορίζεται και εξαρτάται και από έτερα πολιτικά όργανα τα οποία λειτουργούν ως θεσμικά αντερείσματα. Και αυτό διότι το πολίτευμα της δημοκρατίας είναι εκείνο στο οποίο καμία εξουσία δεν είναι ανεξέλεγκτη και απεριόριστη και κατά κύριο λόγο αυτή του «πεπρωμένου αρχηγού της δημοκρατίας» κατά τον Bentham, δηλαδή του πρωθυπουργού.


Ολοκληρώνοντας, ο πρωθυπουργός ενσαρκώνει τον σημαντικότερο πολιτικό στην χώρα γιατί ο ρόλος που επιτελεί είναι καθοριστικής σημασίας για όσα κρίνονται από τις πράξεις ή τις παραλείψεις, τους λόγους και τις σιωπές του. Πρόκειται για ρόλο όχι μόνο κρίσιμο αλλά και ενίοτε επικίνδυνο ανάλογα το πρόσωπο που θα τον αναλάβει και αυτό διότι ενέχει τον κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης για το έθνος, το λαό και το κοινωνικό σύνολο γενικότερα.