Το επαχθέστερο μέτρο του δικονομικού καταναγκασμού (προσωρινή κράτηση)

Αντώνης Γιωργάκης, Ασκούμενος Δικηγόρος



Στον απόηχο των πολύκροτων εξελίξεων του θανάτου της μικρής Τζωρτζίνας στην Πάτρα και κατόπιν της ποινικής δίωξης για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, που ασκήθηκε για την μητέρα του μικρού κοριτσιού, με τη σύμφωνη γνώμη Ανακριτού και Εισαγγελέως, αποφασίστηκε η επιβολή του «επαχθέστερου μέτρου δικονομικού καταναγκασμού», ήτοι η προσωρινή κράτηση της κατηγορούμενης μητέρας, Ρούλας Πισπιρίγκου. Αν μη τι άλλο, η κοινή αυτή απόφαση βρήκε σύμφωνη την πλειοψηφία της Ελληνικής κοινωνίας και την επιστημονική νομική κοινότητα, της οποίας το κοινό περί δικαίου αίσθημα ικανοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό. Για να οδηγηθούν όμως Ανακριτής και Εισαγγελέας στην απόφασή τους αυτή, εξέτασαν μία σειρά κριτηρίων, τα οποία εκ του νόμου τίθενται και αναγκαίως πρέπει να πληρούνται, ώστε να αποφασιστεί η προσωρινή κράτηση ενός κατηγορουμένου. Λεκτέο επίσης, ότι στην περίπτωση που υπάρξει διχογνωμία μεταξύ Ανακριτού και Εισαγγελέως, τη διαφορά επιλύει το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών.


Εκκινώντας από τον σκοπό που επιδιώκεται διά της προσωρινής κράτησης (της προφυλακίσεως, όπως συνηθιζόταν παλαιότερα να αποκαλείται), πρέπει να αναφερθεί ότι η «προσωρινή», δηλαδή η χωρίς τελεσίδικη δικαστική απόφαση του αρμοδίων ποινικών Δικαστηρίων, στέρηση της ελευθερίας αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ανακριτικής διαδικασίας και στην αποτροπή του κινδύνου για την τέλεση νέων αδικημάτων. Παράλληλα, συμβάλλει στην εξασφάλιση της αυτοπρόσωπης παρουσίας κατά το στάδιο της ανάκρισης και στην υποβολή της εκτελέσεως της ποινής που θα επιβληθεί διά της εκδοθησομένης απόφασης (άρθρο 296 Κ.Π.Δ.).


Σημειωτέον δε, ότι η προσωρινή κράτηση είναι μέτρο, το οποίο επιβάλλεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εάν και εφόσον αιτιολογημένα κριθεί, ότι οι λοιποί περιοριστικοί όροι, που αναφέρονται στον Κώδικα της Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.) δεν αρκούν για την εξασφάλιση των αναφερόμενων στο άρθρο 296 Κ.Π.Δ. σκοπών.


Οι προϋποθέσεις επιβολής της προσωρινής κράτησης εμπεριέχονται στη διάταξη του άρθρου 286 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του οποίου:

Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί: α) για κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση, όταν το μέτρο αυτό δεν επαρκεί ή δεν μπορεί να επιβληθεί λόγω έλλειψης γνωστής διαμονής του κατηγορουμένου στη χώρα ή λόγω μη υποβολής από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος να υποβληθεί σε αυτό και β) για περιοριστικούς όρους, αν αιτιολογημένα κριθεί ότι τα υπό στοιχεία α΄ και β΄ μέτρα δεν επαρκούν και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου 282, μόνον αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στην χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει την φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής και από την συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής του ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Αν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στον νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα δέκα πέντε έτη ή αν το έγκλημα τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση ή στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτό, προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και όταν, με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος, είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Μόνο η κατά νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης.


Περαιτέρω δε, μοναδική περίπτωση που μπορεί να επιβληθεί προσωρινή κράτηση όταν πρόκειται περί πλημμελήματος, αποτελεί η περίπτωση της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας κατά συρροή, ομοίως , όμως, μόνο εάν και εφόσον προκύπτει σκοπός φυγής του κατηγορουμένου, με βάση τα κριτήρια, που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 286 Κ.Π.Δ. (αρ. 286 παρ. 2 Κ.Π.Δ.).


Τέλος, αναφορικά με την προσωρινή κράτηση των ανηλίκων, μοναδική περίπτωση στην οποία μπορεί να εφαρμοστεί, συνιστά η περίπτωση του άρθρου 287 Κ.Π.Δ. Σύμφωνα με αυτήν, προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και σε ανήλικο κατηγορούμενο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, υπό τους όρους του προηγούμενου άρθρου και εφόσον κατηγορείται για πράξη από τις αναφερόμενες στο άρθρο 127 ΠΚ. Στην περίπτωση αυτή η προσωρινή κράτηση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες. Η παραβίαση των περιοριστικών όρων που έχουν επιβληθεί στον ανήλικο δεν επιτρέπεται να οδηγήσει από μόνη της σε προσωρινή κράτηση. Το ένταλμα προσωρινής κράτησης πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή, λαμβανομένων κατά περίπτωση υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου.


Σχετικά δε με τη διάρκεια της προσωρινής κράτησης, αυτή δύναται να διαρκέσει μέχρι και 18 μήνες (κατόπιν απόφασης παρατάσεως) όταν πρόκειται περί κακουργήματος, ενώ σχετικά με το αδίκημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας κατά συρροή και κάθε είδους εξ ανηλίκου τελεσθέν αδίκημα, η προσωρινή κράτηση -σε καμία περίπτωση- δεν μπορεί να υπερβαίνει το εξάμηνο.