Το ΔΕΕ στην προστασία των προσφύγων

Γκόνη Γ. Παναγιώτα, Δικηγόρος, Υποψήφια Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πελοποννήσου


Το ΚΕΣΑ αποτελεί ίσως το πιο οργανωμένο σύστημα ασύλου σε ολόκληρο τον πλανήτη σήμερα, καθώς καθορίζει τόσο τις διαδικαστικές προϋποθέσεις όσο και ουσιαστικά ζητήματα δικαίου. Σε αυτό έχει συμβάλει τα μέγιστα η νομολογία του ΔΕΕ, η οποία ερμηνεύει και παρέχει διευκρινιστικές κατευθύνσεις προς την ουσιαστική εφαρμογή αυτού και τον έμπρακτο σεβασμό των δικαιωμάτων των αιτούντων. Η νομολογία του ΔΕΕ έχει από πολύ νωρίς δεχθεί πως οι απαιτήσεις προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων της έννομης τάξης της ΕΕ, πρέπει να είναι δεσμευτικές για τα κράτη μέλη της (Περίπτωση 5/88 Hubert Wachauf v Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft) ενώ υποστηρίζει πως η άσκηση οποιασδήποτε αίτησης, συμπεριλαμβανομένης και της προσφυγής δεν θα πρέπει να είναι πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερής, δίνοντας έτσι μεγάλη σημασία στην τήρηση της αρχής της αποτελεσματικότητας (ΔΕΕ, C-279/09, DEB Deutsche Energiehandels- Beratungsgesellschaft mbH κατά Bundesrepublik Deutschland, 22ας Δεκεμβρίου 2010) . Τα ως άνω καθίστανται εμφανή από τον κατ’ ουσίαν τρόπο αξιολόγησης της αίτησης, η οποία όπως ορίζει η Οδηγία αλλά και όπως παγίως δέχεται η νομολογία του ΔΕΕ, διέρχεται από δύο αυτοτελή στάδια: αφενός της εξέτασης των πραγματικών γεγονότων και αφετέρου της νομικής εξέτασης των αποδεικτικών στοιχείων. Οι περισσότερες δε, αποφάσεις του ΔΕΕ κρίνουν πολύ σημαντικό τον αυτεπάγγελτο έλεγχο περαιτέρω στοιχείων από την πλευρά του κράτους υποδοχής (π.χ. την κοινωνική, πολιτική, οικονομική κατάσταση της χώρας): ο αξιολογών την αίτηση πρέπει να συγκεντρώνει ex officio υλικό επί της υποθέσεως, ειδικά όταν διακυβεύονται στοιχεία που ενδέχεται να εγκρίνουν το καθεστώς προστασίας (Salah Sheekh κατά Ολλανδίας, 1948/2004, απόφαση της 11.1.2007). Η εξέταση αυτή δεν πρέπει να είναι «ξύλινη» και γραφειοκρατική, αλλά ουσιώδης. Έτσι στην υπόθεση C-277/11[1], το ΔΕΕ τονίζει μεν την σημασία τήρησης των σταδίων λήψης αποφάσεων, ενώ αναφέρεται στο πόσο αναγκαίο είναι να καταστήσει ο αιτών την προστασία λυσιτελώς γνωστές τις απόψεις του πριν από την έκδοση οποιασδήποτε απορριπτικής αποφάσεως.


Η ΣΛΕΕ και δη το άρθρο 78 αυτής περιείχε τις νομικές βάσεις για την διαμόρφωση ενός επικουρικού συστήματος προστασίας. Το ΔΕΕ μέσα από την νομολογία του έχει αναγνωρίσει την σημασία του επικουρικού συστήματος προστασίας, πάντοτε όμως υπό την τήρηση της αρχής της υπεροχής του καθεστώτος πρόσφυγα. Εξαρτά δηλαδή την εξέταση της αίτησης επικουρικής προστασίας από την προηγούμενη απόρριψη της αίτησης υπαγωγής στο καθεστώς του πρόσφυγα, χωρίς να απαγορεύεται όμως οι δύο αυτές αιτήσεις να υποβληθούν ταυτόχρονα, για την επίσπευση της διαδικασίας.[2] Το ΔΕΕ προσπαθεί να ερμηνεύσει τον νόμο υπό τον ευνοϊκότερο για τον αιτούντα νόμο, είναι δηλαδή απαραίτητο να εξετασθεί εάν δύναται να υπαχθεί σε ευνοϊκότερες συνθήκες, εξετάζοντας και κρίνοντας τα πραγματικά περιστατικά. Στην δε υπόθεση Ibrahim κλπ. (C – 297/2017) εξετάζεται το ερώτημα αν πρέπει να κριθεί απαράδεκτη η υποβολή αίτησης ασύλου, λόγω της προηγούμενης χορήγησης επικουρικής προστασίας σε άλλο κράτος μέλος. Το ΔΕΕ λοιπόν σε αυτή την περίπτωση έκρινε πως η σώρευση τέτοιων αιτήσεων πρέπει να κριθεί απαράδεκτη, εκτός και αν ο αιτών δύναται να αποδείξει ότι θα περιερχόταν σε κατάσταση έσχατης υλικής στέρησης, ανεξάρτητα από τις προσωπικές του επιλογές και την βούλησή του.


Ενδεικτικό δε της αποχής από μία γραφειοκρατική και ξύλινη στάση και της υιοθέτησης ενός ανθρωπιστικού θεσμικού πλαισίου, το οποίο θα βάζει σε προτεραιότητα τις ανάγκες και τα δικαιώματα των αιτούντων, είναι η στάση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-233/18, Zubair Haqbin κατά Federaal Agentschapvoor de opvang van asielzoekers, στην οποία έκρινε ότι δεν επιτρέπεται το κράτος υποδοχής να επιβάλει ως τιμωρία την ανάκληση (έστω και την προσωρινή ανάκληση) των υλικών παροχών, ακόμη κι αν αυτός προέβη στην παραβίαση του κανονισμού λειτουργίας του κέντρου φιλοξενίας υποδεικνύοντας βίαιη συμπεριφορά. Η δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών αποτελεί την ελάχιστη προϋπόθεση που υπόσχεται και διασφαλίζει το ΚΕΣΑ, και δεν είναι δυνατόν να ανακαλείται αυτοβούλως, προσωρινά ή μόνιμα, με τιμωρητικό ή σωφρονιστικό χαρακτήρα. Το ΕΔΔΑ, στην προσπάθειά του να υποδείξει την ανάγκη υιοθέτησης ανθρωπιστικού χαρακτήρα, εξέδωσε ασφαλιστικά μέτρα κατά της Ελλάδας σε δύο υποθέσεις κρατούμενων ασυνόδευτων ανηλίκων, υποδεικνύοντας την μεταφορά τους σε κατάλληλες δομές.


Στην προσπάθεια του να ερμηνεύσει τον νόμο, με τον ευνοϊκότερο, για την προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων τρόπο, το ΔΕΕ δεν δίστασε να παρακάμψει το τυπικό γράμμα του (ενν. νόμου). Στις υποθέσεις N.S. (C-411/2010) και M. E (C-493/2010), έκρινε πως δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής ο κανόνας που ορίζει πως υπεύθυνο κράτος εξέτασης της αίτησης ασύλου είναι το πρώτο κράτος υποδοχής, γιατί το κράτος αυτό απέτυχε να εξασφαλίσει την πρόσβαση σε δίκαιες διαδικασίες ασύλου και σε συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης, γεγονός που συνιστά κατάφορη παραβίαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ και του άρθρου 4 ΧΘΔΕΕ. Στην ίδια τροχιά βασίζεται το σύνολο των αποφάσεων του ΔΕΕ, το οποίο κρίνει αναγκαίο τον καθορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης σε εύλογο χρονικό διάστημα για το σύνολο των αιτούντων, προκειμένου να μην επιδεινώνεται περαιτέρω η κατάστασή τους και να μην θίγονται θεμελιώδη δικαιώματα τους (υποθέσεις C-4/11, C-648/11). Σε κάθε περίπτωση, οι κρίσεις του ΔΕΕ προσπαθούν να καλύψουν τα κενά του νόμου, ερμηνεύοντάς τον, με βάση την αρχή της αποτελεσματικότητας και της αμέσου εφαρμογής. Γι’ αυτό και στην υπόθεση Jawo (C-163/17), έκρινε πως η μεταφορά ενός αιτούντος σε άλλο κράτος μέλος δεν απαγορεύεται επειδή σε αυτό το κράτος, οι συνθήκες διαβίωσης του αιτούντος θα είναι απλώς λιγότερο ευνοϊκές σε σχέση με το κράτος στο οποίο βρισκόταν.


Οι αποφάσεις του ΔΕΕ χαρακτηρίζονται από συνέπεια. Δεν πρόκειται μόνο για τις βασικές βιολογικές ανάγκες τις οποίες οφείλει το ΚΕΣΑ να προστατέψει, αλλά και γι’ αυτές που ενδέχεται να δημιουργήσουν μεγαλύτερο τραύμα από αυτό που προσπαθούν οι αιτούντες να απαλλαγούν. Στην υπόθεση C‑91/20, LW κατά Bundesrepublik Deutschland, την δημοσιευθείσα στις 9-11-2021, έκρινε ότι το ΚΕΣΑ δεν θέτει εμπόδια στην κατ’ αρχήν επέκταση του καθεστώτος πρόσφυγα, σε ανήλικο τέκνο, όταν αυτό (ήτοι, το καθεστώς πρόσφυγα) έχει ήδη χορηγηθεί στον έναν γονέα. Εφόσον δε, η επέκταση του καθεστώτος αυτού γίνει με παράγωγο τρόπο και δυνάμει ευνοϊκότερων διατάξεων του εθνικού δικαίου, δεν παραβιάζεται το γράμμα της Οδηγίας. Βέβαια, το ΔΕΕ υπενθύμισε πως αίτηση διεθνούς προστασίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή ατομικά, από ένα μέλος της οικογένειας, αποκλειστικά και μόνο επειδή έτερο μέλος της οικογένειας έχει λάβει καθεστώς πρόσφυγα. Σε συνέπεια αυτής της στάσης του ΔΕΕ είναι και η C‑652/16, Nigyar Rauf Kaza Ahmedbekova, Rauf Emin Ogla Ahmedbekov κατά Zamestnik‑predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite, η οποία έκρινε μεν ότι σύμφωνα με το γράμμα του νόμου, από μόνη της η συγγενική ιδιότητα δεν συνιστά λόγο επέκτασης του καθεστώτος του πρόσφυγα, πρέπει όμως να λαμβάνονται υπόψη οι απειλές δίωξης και σοβαρών βλαβών σε βάρος μέλους της οικογένειας του αιτούντος, προκειμένου να γίνει πλήρης και αιτιολογημένη εκτίμηση για το εάν ο αιτών αντιμετωπίζει ο ίδιος απειλές, λόγω του συγγενικού δεσμού του με το απειλούμενο πρόσωπο.


Με αφορμή μία σειρά νομολογιακών αποφάσεων του, το ΔΕΕ έχει κρίνει πως τα κράτη μέλη δεν πρέπει να είναι μονάχα συνεπή στην εφαρμογή των Οδηγιών, των Κανονισμών και εν γένει του δικαίου της Ένωσης. Αντιθέτως, θα πρέπει να φροντίζουν ώστε να εφαρμόζουν το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο κατά τρόπο συμβατό με τον ΧΘΔΕΕ και της ΕΣΔΑ, καθώς πρόκειται για ένα καθεστώς το οποίο έχει ως πρωταρχικό του σκοπό την προστασία απειλούμενων και διωκόμενων πολιτών. Ιδιαίτερη δε, προσοχή έχει συστήσει με την νομολογία του το ΔΕΕ στην περίπτωση των ασυνόδευτων ανηλίκων, καθώς αναγνωρίζει τον ευάλωτο χαρακτήρα αυτής της ομάδας. Σύμφωνα με την υπόθεση C-648/11, πρέπει σε αυτές τις περιπτώσεις αφενός να αποφεύγεται η μεταφορά τους σε άλλο κράτος μέλος και αφετέρου να λαμβάνεται υπόψη η αρχή του μείζονος συμφέροντος του παιδιού, και να μην επιμηκύνεται πέραν του απολύτως αναγκαίου, η διαδικασία καθορισμού του υπεύθυνου, προς εξέταση της αίτησης, κράτους.


Η νομολογία του ΔΕΕ κατά τα χρόνια λειτουργίας του ΚΕΣΑ και του καθεστώτος παροχής διεθνούς προστασίας εν γένει, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στην ορθή εφαρμογή κι ερμηνεία του νόμου. Η πολυνομία και κακονομία έχουν αποτελέσει ανά καιρούς σημαντικούς παράγοντες αποτυχίας της θεσμικής τάξης, είτε εθνικής είτε υπερεθνικής. Η συνέπεια όμως στην δικαστική ερμηνεία του νόμου αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά επιτυχίας της έννομης τάξης, ανάπτυξης εμπιστοσύνης προς τον θεσμικό μηχανισμό, σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, και κατά συνέπεια επιτυχίας αυτού του suisgeneris μορφώματος, της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

[1] ΔΕΕ, M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, υπόθεση

[2] ΔΕΕ H.N. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ireland, Attorney General, υπόθεση C-604/12, απόφαση της 8ης Μαΐου 2014, κατά το ιστορικό της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση περί υπαγωγής στο καθεστώς επικουρικής προστασίας με το σκεπτικό ότι αυτή προϋποθέτει, κατά το ιρλανδικό δίκαιο, την απόρριψη αιτήσεως για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα.