Το καθεστώς των συμβάσεων εμπορικής διανομής

Γράφει ο Άρης Σηφάκης, ασκούμενος δικηγόρος



Οι συμβάσεις διανομής αποτελούν μια συνηθισμένη ειδική εμπορική σύμβαση στην Ελλάδα, ενώ συνιστά και χαρακτηριστική ένδειξη της διάστασης, στη σημερινή εποχή, μεταξύ των οικονομικών βαθμίδων της παραγωγής και του εμπορίου. Ο παραγωγός-προμηθευτής, επιδιώκοντας να αποφύγει μεγαλύτερο επιχειρηματικό κίνδυνο, αναθέτει στον αμιγώς έμπορο την διάθεση των προϊόντων που παράγει, με τον τελευταίο να επωμίζεται για λογαριασμό του τόσο το κέρδος όσο και τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Η έντονη αυτή διαφοροποίηση ανάμεσα στην αποφασιστική εξουσία και στον κίνδυνο συνιστά και το στοιχειώδες γνώρισμα των συμβάσεων διανομής (Ulmer και Martinek).



Η σύμβαση διανομής είναι μια αμιγώς εμπορική, ενοχική, διαρκής και αμφοτεροβαρής δικαιοπραξία ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δια της οποίας το ένα συμβαλλόμενο μέρος, που λέγεται προμηθευτής, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εφοδιάζει κατά τη διάρκεια της σύμβασης με προϊόντα του το άλλο μέρος, τον διανομέα, με τον τελευταίο να φέρει την υποχρέωση να προμηθεύεται από αυτόν και να τα μεταπωλεί, στη συνέχεια, στο δικό του όνομα και για ιδίω λογαριασμό και φέροντας ο ίδιος τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Ο τελευταίος, ως εξουσιοδοτημένος έμπορος (Vertragshandler), αποτελεί μια ιδιόρρυθμη περίπτωση εμπόρου μεταξύ ανεξάρτητου εμπόρου και εμπορικού αντιπροσώπου. Ωστόσο, όπως θα αναλυθεί παρακάτω, επ’ ουδενί δεν συνιστά εμπορικό αντιπρόσωπο, καθώς ο τελευταίος φέρει την ειδοποιό διαφορά ότι δρα στο όνομα και λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, γεγονός που δεν ισχύει για τον διανομέα ο οποίος ομοιάζει περισσότερο στον ανεξάρτητο έμπορο.



Οι συμβάσεις διανομής διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες: στις αποκλειστικές και στις απλές. Ως αποκλειστικές νοούνται οι συμβάσεις διανομής, όπου ο διανομέας αναλαμβάνει να προμηθεύεται αποκλειστικά από τον συγκεκριμένο προμηθευτή προϊόντα με σκοπό να τα μεταπωλήσει εντός ορισμένης γεωγραφικής περιοχής καταβάλλοντας του μειωμένο σε γενικές γραμμές αντίτιμο. Δεν επιτρέπεται να προμηθεύεται από κανέναν άλλον, ενώ συν τοις άλλοις οφείλει να οργανώνει την επιχείρηση του κατά τις κατευθυντήριες γραμμές του προμηθευτή και να εντάσσεται στο σύστημα διανομής του, όπως παραδείγματος χάριν χρησιμοποιώντας το σήμα του, οργανώνοντας τη διαφήμιση βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων ή με το να φέρει προκαθορισμένο από τον προμηθευτή τρόπο εξυπηρέτησης πελατών κλπ. Αντιθέτως, ως απλές συμβάσεις διανομής ορίζονται αυτές, στο πλαίσιο των οποίων ο διανομέας δεν είναι υποχρεωμένος να προμηθεύεται μόνο από έναν προμηθευτή, αλλά μπορεί να εφοδιάζεται τα αγαθά που θέλει να μεταπωλήσει και από άλλους προμηθευτές. Δεν υπάρχει δηλαδή το στοιχείο της αποκλειστικότητας και άρα ο διανομέας διαθέτει μεγαλύτερη ευχέρεια στην επιλογή πολλών και διαφορετικών προμηθευτών, εντασσόμενος παράλληλα σε περισσότερα του ενός συστήματα εμπορικής διανομής. Μια τρίτη περίπτωση σύμβασης διανομής είναι και αυτή της επιλεκτικής διανομής, όπου, όπως και στις αποκλειστικές, ενυπάρχει το στοιχείο των περιορισμών προς τους διανομείς, αυτή τη φορά όχι με γεωγραφικό κριτήριο (ένας διανομέας ανά περιοχή), αλλά βάσει αντικειμενικών και γνωστών κριτηρίων προκαθορισμένων από τον προμηθευτή. Συγκεκριμένα, επιλέγονται ορισμένοι μόνο διανομείς που πληρούν τα κριτήρια που θέτει αυτός για να πωλούν τα προϊόντα του και τους οποίους πρέπει να μεταχειρίζεται ισότιμα.



Οι διαφοροποιήσεις στα είδη διανομής έχουν σαν αποτέλεσμα το να υφίστανται διαφορετικές νομικές ρυθμίσεις μεταξύ τους, ιδίως ανάμεσα στην απλή διανομή και στην αποκλειστική διανομή. Καταρχάς, οι συμβάσεις διανομής δεν ρυθμίζονται ειδικώς σε κανένα νομοθετικό κείμενο ως αυτοτελής ειδική εμπορική δικαιοπραξία, αλλά η κατάρτιση τους εδράζεται στις διατάξεις του άρθρου 5 του Συντάγματος για την οικονομική ελευθερία καθώς και του ΑΚ 361 για τη συμβατική ελευθερία των μερών. Για μεγάλο χρονικό διάστημα η νομολογία και η θεωρία αμφιταλαντεύονταν για το ποιες διατάξεις θα έπρεπε να εφαρμοσθούν για τις συμβάσεις διανομής. Επί του θέματος η νομολογία δεχόταν την αναλογική εφαρμογή στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής του ΠΔ 219/1991, η οποία ενσωμάτωνε την Ευρωπαϊκή Οδηγία 653/1986 για το καθεστώς των εμπορικών αντιπροσώπων. Η ασάφεια του νομικού καθεστώτος για την αποκλειστική διανομή εξαλείφθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του ν.3557/2007, όπου επιβεβαιώθηκε η νομολογιακή ερμηνεία, καθώς ορίστηκε ότι το ΠΔ 219/1991 εφαρμόζεται αναλογικά στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, εφόσον όμως ο διανομέας εντάσσεται και δρα ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή. Μάλιστα, η πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου (ΑΠ 16/2013, ΑΠ 15/2013, ΑΠ 23/2007, ΑΠ 139/2006) προσδιορίζει ακόμα περισσότερο τους όρους υπό τους οποίους επέρχεται αναλογική εφαρμογή του ΠΔ 219/1991 στην σύμβαση αποκλειστικής διανομής συμπληρώνοντας έτσι το γράμμα του νόμου. Ειδικότερα, ορίζεται ο διανομέας να έχει συνάψει σύμβαση αποκλειστικής διανομής με τον προμηθευτή και να έχει έντονη οικονομική εξάρτηση από τον τελευταίο, εντασσόμενος βαθιά στο σύστημα διανομής του για μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Επίσης, θα πρέπει να συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του προμηθευτή και μάλιστα το πελατολόγιο που διαμορφώνεται από τον διανομέα να είναι εν γνώσει του προμηθευτή και μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, να περιέρχονται οι πελάτες αυτοί από τον διανομέα στον προμηθευτή. Σε αδρές γραμμές, επιβάλλεται για την αναλογική εφαρμογή του ΠΔ 219/1991, ο διανομέας να δρα κατά τέτοιο τρόπο που προσομοιάζει σε μεγάλο βαθμό με τον εμπορικό αντιπρόσωπο και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής κατά τα ουσιώδη μέρη να ταυτίζεται με την σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Οι παραπάνω προϋποθέσεις πρέπει βάσει της νομολογίας να συντρέχουν in concreto. Από την άλλη, στις συμβάσεις απλής διανομής γίνεται δεκτό ότι εφαρμογή έχουν οι διατάξεις για τη σύμβαση εντολής του Αστικού Κώδικα (ΑΚ 713-728).



Σε τελικό στάδιο εξέτασης απομένουν οι συμβάσεις επιλεκτικής διανομής, όπου, κατά την ορθότερη άποψη, προκρίνεται η εφαρμογή του ΠΔ 219/1991 με αναλογική εφαρμογή της παρ.4 του αρ.14 του ν.3557/2007. Ομολογουμένως ως εγγύτερη προς την σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η επιλεκτική διανομή εμπεριέχει αρκετούς έντονους περιορισμούς ως προς το δίκαιο του ανταγωνισμού και για αυτό ο διανομέας χρήζει μεγαλύτερης προστασίας, που κρίνεται ότι του παρέχεται μέσω της αναλογικής εφαρμογής του ΠΔ 219/1991 και όχι των διατάξεων της σύμβασης εντολής.





Βιβλιογραφία

1)Εισηγήσεις Εμπορικού Δικαίου, Γεώργιος Τριανταφυλλάκης, Εκδόσεις Νομικής Βιβλιοθήκης, 2008

2)Οι Συμβάσεις Αποκλειστικής και Επιλεκτικής διανομής στο δίκαιο του Ανταγωνισμού, Δημήτριος Τζουγανάτος, Εκδόσεις Νομικής Βιβλιοθήκης, 2001

3)ΑΠ 16/2013, ΑΠ 15/2013, ΑΠ 23/2007, ΑΠ 139/2006