Το νομικό καθεστώς των συμβάσεων leasing στην Ελλάδα

Γράφει ο Άρης Σηφάκης, ασκούμενος δικηγόρος


Με τον νόμο 1665/1986, εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη η σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, γνωστή στις διεθνείς συναλλαγές και ως leasing. Με τον νόμο αυτό ρυθμίζεται η χρηματοδοτική μίσθωση κινητών πραγμάτων, ενώ με τον νόμο 2367/1995 επεκτάθηκε η ρύθμιση αυτή και στα ακίνητα. Οι συμβάσεις leasing έχουν αναχθεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια στο χώρο των συναλλαγών ως μια πολύ διαδεδομένη μορφή μεσομακροπρόθεσμης πίστωσης προς τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες κινητού εξοπλισμού ή ακινήτων, υποκαθιστώντας σε μεγάλο βαθμό άλλες συνήθεις συμβάσεις χρηματοδότησης όπως σύμβαση δανείου, συμβάλλοντας έτσι περισσότερο στη βελτίωση κίνησης κεφαλαίων εντός της αγοράς. Μέσα από τις συμβάσεις leasing κρίνεται μάλιστα πως αξιοποιείται καλύτερα η πίστωση που παρέχεται από τον χρηματοδότη προς τον δανειολήπτη προς τον σκοπό για τον οποίο παρασχέθηκε, σε αντίθεση με τις συμβάσεις δανείου όπου κάτι τέτοιο δεν ισχύει πάντοτε. Με την εισαγωγή νομικού πλαισίου για τις χρηματοδοτικές μισθώσεις επιχείρησε ο Έλληνας νομοθέτης την ενδελεχή θέσπιση όρων κάτω από τους οποίους μπορεί να συναφθεί μια τέτοια σύμβαση, και τυποποιώντας ειδικά το θεσμό της σύμβασης leasing, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει σε άλλες έννομες τάξεις όπως στη Γερμανία και την Ελβετία, όπου η εφαρμογή τέτοιων συμβάσεων γίνεται συνδυαστικά από τις επιμέρους δικαιοπραξίες της μίσθωσης και της πώλησης και όχι μέσω αυτοτελούς ρύθμισης. Παρακάτω θα εξετασθεί ακριβώς το τι προβλέπει η ελληνική νομοθεσία μέσω του ν.1665/1986 για τις συμβάσεις leasing στα κινητά πράγματα αποκλειστικά.


Με το άρθρο 1 του νόμου 1665/1986, στο οποίο δεν δίνεται τόσο ένας ορισμός αλλά προσδιορίζονται περισσότερο τα χαρακτηριστικά της σύμβασης, περιγράφεται μια έννομη σχέση, στην οποία ο εκμισθωτής παραχωρεί τη χρήση ενός κινητού πράγματος στον αντισυμβαλλόμενο του έναντι μισθώματος για επιχειρηματική ή επαγγελματική χρήση από τον τελευταίο, συν όμως ότι παρέχεται στον μισθωτή η δυνατότητα προαίρεσης (option) στο τέλος της μίσθωσης του πράγματος είτε να προβεί σε αγορά αυτού είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο. Βασική διαφορά με την σύμβαση μίσθωσης είναι ότι σε αντίθεση με αυτήν το πράγμα που εκμισθώνει ο εκμισθωτής δεν βρίσκεται πριν τη σύναψη της χρηματοδοτικής μίσθωσης στη δική του κυριότητα, αλλά του δίνεται η εντολή από τον μισθωτή να προμηθευθεί από κάποιο άλλο πρόσωπο (πωλητή) το πράγμα αυτό με τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες που έχει προσδιορίσει ο μισθωτής, με τον εκμισθωτή να καταρτίζει ο ίδιος την σύμβαση πώλησης με τον προμηθευτή είτε αυτοπροσώπως είτε δια του μισθωτή ως άμεσου αντιπροσώπου. Κατά την κρατούσα άποψη δεν μπορεί να υπαχθεί, σε καμία περίπτωση, στον νόμο αυτό η περίπτωση ο εκμισθωτής να είναι και κατασκευαστής του πράγματος (direct leasing). Ωστόσο κατά την παρ.2 του άρθρου 1, μπορεί ο εκμισθωτής να έχει αγοράσει το πράγμα από τον ίδιο τον μισθωτή και στη συνέχεια να του παραχωρήσει τη χρήση του, το λεγόμενο sale and lease-back, αποκλείοντας ωστόσο και εδώ την ένταξη περίπτωσης όπου ο πωλητής-μισθωτής είναι και κατασκευαστής του προϊόντος. Ο εκμισθωτής παρότι αποκτά την κυριότητα δεν μεσολαβεί και η παράδοση του πράγματος γίνεται απευθείας από τον προμηθευτή στον μισθωτή, ενώ επέρχεται εκχώρηση (ΑΚ 455 επ.) από τον αγοραστή/εκμισθωτή προς τον μισθωτή των δικαιωμάτων κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πώλησης, έχοντας τη δυνατότητα να στραφεί κατά του τελευταίου για τήρηση των υποχρεώσεων του και διεκδικώντας αποζημίωση (ΑΠ 239/2015).


Για να θεωρηθεί ότι η σύμβαση leasing υπάγεται στο εν λόγω νομικό πλαίσιο, απαιτείται οι συμβαλλόμενοι να φέρουν ορισμένες ιδιότητες. Από την ίδια την διάταξη του άρθρου 1, συνάγεται ότι ο μισθωτής θα πρέπει να είναι ένα πρόσωπο φυσικό ή νομικό οποιουδήποτε τόπου εγκατάστασης ή ιθαγένειας που ασκεί κάποιο επάγγελμα, όχι κατ’ ανάγκη εμπορική δραστηριότητα. Η ανάγκη ύπαρξης επαγγελματικής ιδιότητας προκύπτει από το ότι η μίσθωση του κινητού πράγματος θα πρέπει να προσανατολίζεται αποκλειστικά προς επαγγελματική και όχι αστική χρήση. Από την άλλη μεριά, σε παραχώρηση χρήσης ενός πράγματος στο πλαίσιο μιας σύμβασης leasing μπορούν να προβούν μόνο ανώνυμες εταιρείες που έχουν συσταθεί για αυτόν τον σκοπό κατά το άρθρο 2 παρ.1. Οι εκμισθώτριες αυτές ανώνυμες εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης απαιτείται να λάβουν διοικητική άδεια της Τράπεζας Ελλάδος για την ίδρυση και λειτουργία τους η οποία δημοσιεύεται στο ΦΕΚ, ενώ ανάλογες προϋποθέσεις ισχύουν για την μετατροπή άλλων υφιστάμενων εταιρειών σε ΑΕ χρηματοδοτικής μίσθωσης καθώς και για την εγκατάσταση αλλοδαπών εταιρειών τέτοιου σκοπού στην Ελλάδα. Η άδεια για την σύσταση τους εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Τράπεζας Ελλάδος ως διοικητικού οργάνου, τηρώντας βέβαια την αρχή της χρηστής διοίκησης, έχοντας και την ευχέρεια μάλιστα και να ανακαλέσει την άδεια ή να προβεί σε προσωρινή αναστολή της αν το κρίνει σκόπιμο, ενώ μπορεί κατά την παρ. 7 του αρ.2 να ασκήσει σε αυτές οποτεδήποτε εποπτεία, ζητώντας στοιχεία και να λάβει μέτρα εναντίον τους αν παραβιάσουν διατάξεις του σχετικού νόμου. Αρχικά, υπήρχε η αξίωση από τον νόμο οι εταιρείες που συστήνονταν με σκοπό τη χρηματοδοτική μίσθωση, να φέρουν αυτόν ως αποκλειστικό αντικείμενο δραστηριότητας. Εντούτοις αυτό άλλαξε με τον ν.3483/2006 όπου ορίστηκε ότι οι μέχρι τότε ΑΕ χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορούσαν να επεκταθούν και σε άλλες παρεμφερείς δραστηριότητες (πχ factoring, fortfaiting). Κατά τα λοιπά, γίνεται δεκτό πως από τη διατύπωση της παρ.1 του άρθρου 2 «μπορούν να συνάπτουν ως εκμισθωτές μόνο..» προκύπτει ότι τυχόν σύναψη σύμβασης leasing από εκμισθωτή που δεν φέρει τις ιδιότητες που ορίζονται στην παρ.2, θα συνεπάγεται άκυρη κατά την ΑΚ 174 σύμβαση, με την εξαίρεση να συντρέχει περίπτωση μετατροπής της κατά την ΑΚ 182 σε κοινή μίσθωση χωρίς προφανώς να μπορούν να εφαρμοσθούν ευεργετικές διατάξεις του ν.1665/1986 όπως λ.χ. του αρ.6 για τις φοροαπαλλαγές. Επιπρόσθετες τυπικές προϋποθέσεις για τη σύσταση ΑΕ για leasing είναι κατά την παρ.2 το μετοχικό τους κεφάλαιο να είναι το ανάλογο που απαιτείται για τη σύσταση ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, με το μετοχικό κεφάλαιο να πρέπει να καταβληθεί εξ ολοκλήρου σε μετρητά. Πλήρης καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου σε είδος δεν αποκλείεται από τον νόμο (παρ.4). Το απαιτούμενο μετοχικό κεφάλαιο μπορεί να ισούται με το ήμισυ αυτού που απαιτείται για την ίδρυση τραπεζικών ανωνύμων εταιρειών, όταν ανήκει κατ’ απόλυτη πλειοψηφία σε μια ή περισσότερες τράπεζες ελληνικές ή νόμιμα εγκατεστημένες στην Ελλάδα (παρ.3). Όπως σε κάθε ανώνυμη εταιρεία έτσι και στις ΑΕ χρηματοδοτικής μίσθωσης ο νόμος προβλέπει ελεγκτές, με την παρ. 6 να ορίζει ότι ως ελεγκτές για αυτές τις εταιρείες διορίζονται μέλη του Σώματος Ορκωτών Λογιστών.


Ο συστατικός τύπος της σύμβασης leasing πρέπει κατά το άρθρο 4 παρ.1 να είναι έγγραφος, για τα κινητά με ιδιωτικό έγγραφο τουλάχιστον, ενώ στα ακίνητα απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, αλλά η τυχόν μη τήρηση του θα επιφέρει ακυρότητα της δικαιοπραξίας κατά την ΑΚ 158.Η λογική του νομοθέτη εν προκειμένω είναι ότι μέσα από τον έγγραφο τύπο, επιτυγχάνεται μια πιο ολοκληρωμένη και ξεκάθαρη σύλληψη της συναλλαγής καθώς και μεγαλύτερη διαύγεια κατά την άσκηση της ρυθμιστικής εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος σε σχέση με τη δραστηριότητα των ΑΕ χρηματοδοτικής μίσθωσης. Σε περίπτωση κατάρτισης προσυμφώνου για leasing, θα έχουν την υποχρέωση οι συμβαλλόμενοι να περιβάλλουν το προσύμφωνο στον ίδιο τύπο (ΑΚ 166). Στη σύμβαση πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνονται το όνομα/επωνυμία των μερών, η διεύθυνση τους, το επάγγελμα τους, το αντικείμενο της μίσθωσης και η επαγγελματική του χρήση, το συμφωνηθέν μίσθωμα, η διάρκεια της μίσθωσης και φυσικά η δυνατότητα επιλογής του μισθωτή (option) στο τέλος της σύμβασης να αγοράσει το πράγμα ή να ανανεώσει τη σύμβαση καθώς και το αντίτιμο για την αγορά. Μάλιστα, εάν δεν αναφέρεται ρητά στη σύμβαση η ύπαρξη option για οτιδήποτε από τα δυο, δεν μπορούν να ισχύσουν οι νομικές ρυθμίσεις του παρόντος νόμου. Γίνεται παγίως δεκτό ότι για λόγους εξασφάλισης της πληρότητας της σύμβασης και προστασίας από ασάφειες και κενά να περιλαμβάνονται στη σύμβαση ακριβής περιγραφή του πράγματος με προσδιορισμό του είδους και της ποιότητας του, αναφέροντας ακόμη και τον προμηθευτή του πράγματος καθώς και το τίμημα που καταβλήθηκε για την αγορά του. Εντός του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, η εκμισθώτρια εταιρεία θα πρέπει να δίνει εντολή στον πωλητή να προβεί απευθείας σε παράδοση του πράγματος στον μισθωτή, με την ίδια να μην μεσολαβεί στην υλική παράδοση. Η σύναψη της σύμβασης από μόνη της παράγει έννομες συνέπειες μόνο για τα μέρη, καθώς ο νομοθέτης απαιτεί περαιτέρω κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου την τήρηση δημοσιότητας της σύμβασης κυρίως για την κατοχύρωση του μισθωτή έναντι τρίτων. Η σύμβαση καθώς και τυχόν τροποποιήσεις της, εγγράφεται σε ειδικό βιβλίο που τηρείται στο Πρωτοδικείο της κατοικίας ή έδρας του μισθωτή καθώς και στο Πρωτοδικείο της πρωτεύουσας και από εκεί και έπειτα τα δικαιώματα του μισθωτή αντιτάσσονται έναντι παντός τρίτου και κανένας δεν μπορεί να αποκτήσει πάνω στο αντικείμενο leasing δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα. Η υποχρέωση τήρησης δημοσιότητας ισχύει αποκλειστικά για την σύμβαση leasing αυτή καθεαυτή και όχι για τυχόν προσύμφωνο ή για τη σύμβαση πώλησης που τυχόν συνάπτεται στο πλαίσιο του option του μισθωτή. Η κατοχύρωση των μερών έναντι οποιουδήποτε τρίτου είναι τόσο ισχυρή μέσα από την τήρηση δημοσιότητας που αποκλείεται η εφαρμογή διατάξεων του Αστικού Κώδικα για την καλόπιστη κτήση κυριότητας από μη-κύριο, για την χρησικτησία, καθώς και οι ΑΚ 1057,1058 και 1110.


Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στοιχείο των συμβάσεων leasing που αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης μνείας από τον νομοθέτη είναι η χρονική διάρκεια των συμβάσεων αυτών στο άρθρο 3 του νόμου. Συγκεκριμένα στην παρ.1 ορίζεται ότι οι συμβάσεις αυτές είναι πάντοτε ορισμένου χρόνου και η διάρκεια τους δεν δύναται να είναι μικρότερη των 3 ετών για τα κινητά, ενώ για leasing άλλων πραγμάτων όπως ακίνητα και αεροσκάφη, το minimum χρονικό όριο διαφοροποιείται (10 και 5 έτη αντίστοιχα). Αν τα μέρη συμφωνήσουν να λήγει η σύμβαση σε μικρότερο χρόνο (πχ 2 έτη), τότε δεν επέρχεται ακυρότητα, αλλά θεωρείται ότι λήγει στα 3 χρόνια. Όπως αναλύθηκε παραπάνω, ο μισθωτής ως συμβαλλόμενο μέρος, έχει την ευχέρεια να επιλέξει στο τέλος της σύμβασης leasing, είτε να προβεί σε αγορά του πράγματος, είτε να ανανεώσει τη διάρκεια της σύμβασης και να συνεχίσει ως μισθωτής. Όπως προκύπτει από την παρ.3 του αρ.3, η αγορά μπορεί να πραγματοποιηθεί πριν την παρέλευση της τριετίας, όμως εδώ ο μισθωτής όσον αφορά φορολογικές και άλλες τυχόν επιβαρύνσεις του προς το Δημόσιο ή τρίτους, θα καταβάλλει τα ποσά που θα κατέβαλλε εάν αγόραζε το πράγμα κατά τον χρόνο σύναψης του leasing. Είτε λήξει λόγω παρόδου τριετίας είτε πρόωρα, ο μισθωτής οφείλει να καταβάλλει όλα τα μέχρι τότε μισθώματα μαζί με το αντίτιμο για την αγορά του πράγματος, ενώ τα μέρη δύνανται να ορίσουν στη σύμβαση καταβολή των μισθωμάτων είτε εφάπαξ είτε με δόσεις. Δεν αποκλείεται μάλιστα τα μέρη να συμφωνήσουν στη σύμβαση επιβολή κυμαινόμενων μισθωμάτων για περιπτώσεις όπως διακυμάνσεις επιτοκίων ή υποτίμησης του νομίσματος.


Στα άρθρα 5 και 6 του ν.1665/1986 γίνεται αναφορά για το ασφαλιστικό και φορολογικό καθεστώς που ισχύει για αυτές τις δικαιοπραξίες. Η υποχρέωση για ασφάλιση του πράγματος από κίνδυνο καταστροφής ή χειροτέρευσης του βαραίνει τον μισθωτή καθ όλη τη διάρκεια της χρηματοδοτικής μίσθωσης κατά την παρ.2 του αρ.5. Εξετάζοντας εν συνεχεία το άρθρο 6, διαπιστώνει κάποιος πως ο νομοθέτης επέλεξε ένα ευμενές σχετικά φορολογικό καθεστώς για τις συμβάσεις leasing με εκμισθωτές τις ΑΕ αυτού του σκοπού, καθώς προβλέπεται απαλλαγή από οποιονδήποτε φόρο, τέλος και εισφορά προς το Δημόσιο, Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου ή τρίτων, με την υποχρέωση καταβολής μόνο φόρου εισοδήματος και φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ). Ανάλογες φοροαπαλλαγές ισχύουν εξίσου για συμβάσεις πώλησης του αντικειμένου leasing προς τον μισθωτή, συμβάσεις εκχώρησης δικαιωμάτων ή αναδοχής υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις leasing.


Παρά την ύπαρξη νομικού πλαισίου για τις συμβάσεις leasing τόσο στα κινητά όσο και στα ακίνητα (ν.2367/1995), εντοπίζει κάποιος μικρό αριθμό δικαστικών αποφάσεων που να αφορούν αυτές τις συμβάσεις. Η μέχρι πριν μερικά χρόνια περιορισμένη προτίμηση αυτού του είδους των συμβάσεων στη συναλλακτική πρακτική εξηγεί και την περιορισμένη νομολογία. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της μεικτής δικαιοπραξίας, που εδράζεται ο χαρακτήρας της στις επιμέρους δικαιοπραξίες της πώλησης, της μίσθωσης, της εκχώρησης και της εντολής κατέστησε δυσχερές για τον Έλληνα νομοθέτη να ρυθμίσει το εν λόγω ζήτημα συνδυαστικά. Αντίθετα η ένταξη και η ενδελεχής ρύθμιση της σύμβασης σε ειδικό νόμο προλαμβάνει τυχόν ασάφειες και κενά που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν και συμβάλλει σε μεγαλύτερη εμπέδωση της ασφάλειας δικαίου μεταξύ των συμβαλλομένων.




Βιβλιογραφία:

1) Παναγιώτης Κ. Μάζης, η Χρηματοδοτική Μίσθωση-Leasing, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2010

2) Απόφαση 239/2015 του Αρείου Πάγου